Το Ασθενοφόρο (Μέρος 1)

Το ασθενοφόρο έτρεχε σαν δαιμονισμένο. Η σειρήνα του ούρλιαζε. Ο κινητήρας μούγκριζε και η νεαρή οδηγός χαμογελούσε ευτυχισμένη.

Το ασθενοφόρο διέσχιζε την λεωφόρο Ηρώων με ιλιγγιώδη ταχύτητα. “Ρε κόψε λίγο θα σκοτωθούμε”, φώναξε ο συνοδηγός για να ακουστεί πάνω από την σειρήνα που ούρλιαζε. Η οδηγός τον κοίταξε χωρίς να πει τίποτα. Το περιπαιχτικό της χαμόγελο και το γεγονός ότι πίεσε περισσότερο το δεξί της πόδι ήταν ικανοποιητική απάντηση των προθέσεων της.

“Πως λέγεται το λεωφορείο που μεταφέρει ασθενείς;”
– “Τι;”
“Λέω, πως λέγεται το λεωφορείο που μεταφέρει ασθενείς;”
– “Είναι ώρα για ανέκδοτα τώρα; Πρόσεχε το δρόμο!”
“Δεν είναι ανέκδοτο. Είναι αίνιγμα. Λοιπόν;”
– “Δεν ξέρω.”
“Λεωφορείου ίου-ίου-ίου!”

Η οδηγός γέλαγε με την απάντηση της. Το γέλιο της έμοιαζε περισσότερο με λόξυγκα παρά με γέλιο. Ο συνοδηγός την κοίταξε αγανακτισμένα και κοίταξε από την άλλη πλευρά. “Λεωφορείου ίου-ίου-ίου. Κρύο, αλλά καλό” σκέφτηκε προσπαθώντας να μην δείξει το χαμόγελο του. Συνέχισε όμως να λέει από μέσα του, “ίου-ίου-ίου” σε συγχρονισμό με την σειρήνα του ασθενοφόρου.

“ΚΟΚΚΙΝΟ! ΠΡΟΣΕΧΕ!”

Ούρλιαξε ξαφνικά. Σαν μην έγινε τίποτα η οδηγός πέρασε τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη χαμογελωντας και μουρμούρισε “Τα στήσανε στο κόκκινο φανάρι πλάι πλάι…”. Διέσχισε την διασταύρωση χωρίς να ακουμπήσει το φρένο. “Το ξέρεις ότι είμαστε ασθενοφόρο ε;” ρωτάει τον συνοδηγό. “Εσύ το ξέρεις ότι είμαστε μέσα σε ένα εικοσάχρονο βαν με μια σειρήνα ε;” της επιστρέφει την ερώτηση σαρκαστικά, ενώ το αριστερό πόδι του πιέζει ακόμα ασυναίσθητα με δύναμη ένα φανταστικό φρένο. “Μην σε ξεγελά μπορεί να μοιάζει μαμά, αλλά κάτω από το καπό του κρύβει πάρα πολλά” του απαντάει σχεδόν τραγουδιστά.

Το διαχωριστικό πίσω από τα κεφάλια τους ανοίγει και ακούγεται ο Θωμάς από το πίσω μέρος του ασθενοφόρου “Τι γίνεται ρε παιδιά γιατί φωνάζετε;”. Ο συνοδηγός πλησιάζει το άνοιγμα και απαντάει.

– “Γιατί σε λίγο θα χρειαστούμε εμείς ασθενοφόρο όπως οδηγάει”.
– “Μην φοβάσαι. Ξέρεις πως την λένε στην πιάτσα;”
– “Όχι”
– “Ρία η πλασιέ”
– “Γιατί εγκυκλοπαίδειες πουλάει;”
– “Όχι ρε, γιατί πάντα μπαίνει με τις πόρτες”
– “Τι εννοείς;”

Ο Θωμάς δεν πρόλαβε να απαντήσει.

Εκείνη ακριβώς την στιγμή η Ρία πάτησε απότομα το φρένο και έστριψε όλο το τιμόνι δεξιά. Πριν η μούρη του ασθενοφόρου γυρίσει εντελώς πάτησε το γκάζι και έστριψε αντίθετα το τιμόνι με αποτέλεσμα ο κινητήρας να μουγκρίσει παραπονιάρικα. Ολόκληρο το ασθενοφόρο ολίσθησε με την αριστερή πλευρά στρίβοντας στην Βασιλίσσης Αμαλίας. Αμέσως η Ρία επανέλαβε αντίθετα όλη την μανούβρα και το όχημα έστριψε αριστερά σε ενα στενό με την δεξιά πόρτα σχεδόν κάθετα στην οδό.

Όταν το ασθενοφόρο επανήλθε στην κανονική του θέση η Ρία κοίταξε χαμογελαστά τον συνοδηγό. Κρατούσε και με τα δύο χέρια τόσο σφιχτά την ζώνη ασφαλείας που οι κόμποι των χεριών του είχαν γίνει λευκοί. “Αυτό εννοώ!” φώναξε ο Θωμάς από πίσω.

– “Χριστέ μου! Είσαι τρελή κοπέλα μου;”
“Μην είσαι προύτης-προύτης, όλα υπό έλεγχο.”
– “Γιατί το έκανες τώρα αυτό;”
“Για να μην μου αγχώνεσαι με τα φανάρια. Από ‘δω δεν έχει.”

Ο συνοδηγός αρνιόταν να συμβιβάσει στο μυαλό του τις δύο εικόνες. Από την μία η μετρίου αναστήματος κοπέλα με τα καταπράσινα μάτια, το παιδικό πρόσωπο και την τσιχλόφουσκα. Από την άλλη η οδηγός που ανεβοκατέβαζε ταχύτητες και έστριβε το τεσσάρων τόνων ασθενοφόρο με την ευκολία ενός Go-Kart χωρίς να σταματήσει να χαμογελάει λεπτό.

Μέσα στα στενά δρομάκια το πλατύ όχημα έμοιαζε να πηγαίνει ακόμα πιο γρήγορα απ’ ότι στην λεωφόρο. Η σειρήνα που συνέχιζε να ουρλιάζει ακούραστα προσθέτοντας ένταση στο άγχος του συνοδηγού. Ακόμα δεν μπορούσε να αντιληφθεί αυτό που βίωνε και συνέχιζε να τινάζεται και να πατάει φρένο κάθε λίγα δευτερόλεπτα.

“Αμάξι, αμάξι!!!”

Άρχισε πάλι να φωνάζει. Η Ρία έκανε ένα μικρό ελιγμό και προσπέρασε το προπορευόμενο αυτοκίνητο τόσο κοντά που ο συνοδηγός τραβήχτηκε ενστικτωδώς στα δεξιά.

“Καλά δεν ακούν την σειρήνα; Θα έπρεπε να κάνουν στην άκρη.”
– “Έτσι όπως πας δεν προλαβαίνουν να την ακούσουν χριστιανή μου. Πάμε πιο γρήγορα εμείς από τον ήχο”

Η Ρία γέλασε πάλι με αυτό το περίεργο λοξυγκώδες γέλιο. Ο συνοδηγός άρχισε να ζηλεύει τον Θωμά που δεν είχε οπτική επαφή με το δρόμο. Τώρα καταλάβαινε γιατί ο Θωμάς δεν παραπονέθηκε όταν έτρεξε να κάτσει στην θέση του συνοδηγού.

“ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ!”

Φώναξε πάλι οταν είδε το ογκώδες όχημα να διασχίζει την διασταύρωση κάθετα στην πορεία τους. Πάτησε και με τα δύο πόδια το ανύπαρκτο φρένο. “Λεωφορείου ίου-ίου-ίου” επανέλαβε, γελώντας και χοροπηδώντας στο κάθισμα η Ρία. Επιτάχυνε περισσότερο, κατέβασε ταχύτητα, αυξήσε τις στροφές του κινητήρα που τώρα ούρλιαζε πιο πολύ από την σειρήνα. Έκανε ένα μικρό ελιγμό με το τιμόνι, ανέβασε πάλι ταχύτητα εξαπολύωντας το ασθενοφόρο. Πρόλαβαν να περάσουν οριακά μπροστά από το λεωφορείο αποφεύγοντας την σύγκρουση.

Αυτή την φορά ο συνοδηγός και να ήθελε δεν θα μπορούσε να γελάσει. Το πρόσωπο του ήταν κοκκαλωμένο σε μια περίεργη έκφραση τρόμου. Η Ρία ατάραχη έκανε τσιχλόφουσκες και μουρμούριζε περίεργα στιχάκια.

“Ρε Θωμά σε παρακαλώ πες της να κόψει”, φώναξε στο άνοιγμα. “Θωμά, Θωμά δες ο μόνος στο σπίτι, ο πιτσιρικάς πως τον λένε;” φώναξε και η Ρία, δείχνοντας την έκφραση τρόμου του συνοδηγού. “Μακόλεϊ Κάλκιν”, απάντησε ο Θωμάς με μια εκνευριστική ηρεμία στην φωνή του. Χωρίς να κουνηθεί εκατοστό από την μικρή θέση στην πλάτη του συνοδηγού. “Ναι, μπράβο αυτός. Τα χέρια στα μάγουλα λείπουν” και συνέχισε να γελάει.

“Να σου βάλω λίγη μουσική, να χαλαρώσεις;”

Ρώτησε και τέντωσε το χέρι προς το ραδιόφωνο κάτω από τον ασύρματο. Ο συνοδηγός της χτύπησε την παλάμη λέγοντας με τσιριχτή φωνή “Μην τολμήσεις!”. “Άου”, έκανε ναζιάρικα η Ρία τραβώντας το χτυπημένο χέρι. “Καλά θα σου τραγουδήσω εγώ τότε…”.

Το ασθενοφόρο πήρε ακόμα μια απότομη στροφή και βγήκε στην λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Μετά από μερικά μέτρα σταμάτησε απότομα ενώ η Ρία ακόμα τραγουδούσε “…μην τον είδατε τον Παναή έφυγε αστραπή, τα λεφτά του πάει να πάρει τώρα και να εξαφανιστεί”. Έσβησε την σειρήνα και φωνάξε, “Έλα τρέχουμε τώρα!”.

Ο συνοδηγός είχε πεταχτεί ήδη έξω και με τρεμάμενα πόδια πήγαινε να ανοίξει την πίσω πόρτα του ασθενοφόρου. Τράβηξε το φορείο, την ίδια ώρα που ο Θωμάς άνοιγε την πλαϊνή πόρτα και κατεβαίνε με ένα μεγάλο ιατρικό σάκο στο ώμο. Ακούμπησε το σάκο πάνω στο φορείο και βοήθησε να το σπρώξουν προς την μεγάλη είσοδο στο κτήριο μπροστά τους.

– “Κάποιος φώναξε ασθενοφόρο;”

Φωνάζει από απόσταση στον φύλακα που εκείνη την ώρα ξεκλειδώνε την μεγάλη πόρτα δίπλα από την είσοδο ασφαλείας. “Ναι, ναι ακολουθήστε με. Εγώ σας κάλεσα. Εδώ είναι ο ασθενής” τους λέει, ενώ μπαίνει μέσα από την μεγάλη πόρτα και από πίσω του τον ακολουθούσαν οι δυο τραυματιοφορείς.

Η Ρία τους παρακολουθούσε μέχρι που τους κατάπιε το κτίριο. Πιάνει το ασύρματο από το ταμπλό του ασθενοφόρου και λέει “Κέντρο όχημα 132 έφτασε”. Η απάντηση ήρθε μετά από μερικά δευτερόλεπτα “ΟΚ 132. Αναμένω”. Άφησε το ασύρματο και άρχισε να σιγοτραγουδά χτυπώντας τα χέρια στο τιμόνι με τον ρυθμό “Το αλάνι είσαι εσύ, είτε μια Ferrari έχεις, είτε Honda Civic, μα επείγει προσοχή, ποιος θα πάρει το χαρτί και να την βγάλει καθαρή…”.


Άδεια Χρήσης:

Creative Commons Licence
Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Όχι Παράγωγα Έργα.
Scriptorius © 2020

* Φωτογραφία από camilo jimenez.



Newsletter Updates

Enter your email address below to subscribe to our newsletter

Υποβολή απάντησης