Johnny Tsou

Η προϊσταμένη ενός τμήματος του ΥΠΠΟΑ, έρχεται αντιμέτωπη με την νέα γενιά και τον Johnny Tsou, βιώνοντας έτσι το χάσμα γενεών, Yo!

Το παρών είναι έργο μυθοπλαστικού περιεχομένου. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες και τα δρώμενα είναι προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα και χρησιμοποιούνται πλασματικά. Οποιαδήποτε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι απολύτως συμπτωματική.


Το ταμπελάκι δίπλα από το γκισέ έγραφε Δις Ελπινίκη Τσαούσογλου, την υπάλληλο βέβαια από πίσω δεν θα την χαρακτήριζες ως δεσποινίς. Άνετα θα έλεγες ότι έχει πατήσει τα πενήντα μια δεκαετία τώρα!

Η δεσποινίς Τσαούσογλου, με καταγωγή από την πόλη, ήταν πάντα περιποιημένη, ευγενική, με έμφυτη περιέργεια και πιπεράτο χιούμορ. Τουλάχιστον έτσι θα την περιέγραφαν οι συνάδελφοι της στο υπουργείο.

Ως προϊσταμένη ήταν δίκαιη αλλά αυστηρή, αγαπούσε και σεβόταν την δουλειά της. Για αυτό εξάλλου σήμερα την βρίσκουμε πίσω από το γκισέ και όχι στο γραφείο της στο τέλος του διαδρόμου.

Σήμερα η δις Τασία ειδοποίησε τελευταία στιγμή ότι είναι άρρωστη. Οπότε η δεσποινίς Τσαούσογλου έπρεπε να διαχειριστεί την κοσμοσυρροή που θα ξεκινούσε στις οχτώ με δύο μόνο γκισέ ή έπρεπε να βρει αντικαταστατή. Οι υφιστάμενοι της, αρνήθηκαν με τρόπο να επανδρώσουν την θέση. Αντί απλώς να διατάξει κάποιον προτίμησε να το κάνει η ίδια. Την δουλειά την ήξερε, εξάλλου αυτή ήταν η θέση της όταν προσελήφθη πριν από τριάνταδυο χρόνια.

Γύρισε το ταμπέλακι του γκισέ ώστε να γράφει ΑΝΟΙΚΤΟ, και με ένα νεύμα έδωσε σήμα στον επιστάτη να ανοίξει τις πόρτες. Ο χώρος αναμονής γέμισε μέσα σε δευτερόλεπτα. Ξαφνικά τα γραφεία ζωντάνεψαν, συζητήσεις παντού, τηλέφωνα που κτυπούσαν. Πάντα της άρεσε αυτή η στιγμή, στο μυαλό της φανταζόταν το τμήμα σαν μια μυρμηγκοφωλιά που περίμενε την πρώτη ακτίδα φωτός για να αποκτήσει ζωή.

Η ημέρα κυλούσε ομαλά, αν εξαιρέσουμε κάποιες διακοπές για διευκρινίσεις από τους συναδέλφους της. Δούλευε αδιάκοπα στους ίδιους ρυθμούς με τους πολύ νεότερους της συναδέλφους. Τον κο Καραγιώργη και την κα Αμανατίδου, στα διπλανά γκισέ.

Αγαπούσε αυτό το πόστο, της επέστρεφε την χαμένη της νεότητα. Η συναναστροφή με κόσμο όλων των ηλικιών και των κοινωνικών στρωμάτων της είχε λείψει. Ως προϊσταμένη συνήθως ερχόταν σε επαφή, με τους συναδέλφους κυρίως και ένα μικρό ποσοστό του κόσμου. Τώρα όμως απολάμβανε κάθε λεπτό της αδρεναλίνης που της πρόσφερε ο ρυθμός της δουλειάς και ο κόσμος.

“Επόμενος” φώναξε από συνήθεια. Τα ερωτηματικά βλέμματα στην αίθουσα αναμονής της υπέδειξαν το λάθος της. Πατάει το κουμπί δίπλα από τον υπολογιστή και η “μαγική” φωτεινή ταμπέλα άλλαξε σε 132. “Πάντα το ξεχνάω”, σχολίασε στον κο Καραγιώργη στο αριστερό γκισέ, ο οποίος απλώς χαμογέλασε. Το 132 δεν ερχόταν, ήταν έτοιμη να ξαναπατήσει το κουμπί όταν δίπλα από τους αυτόματους πωλητές, κάποιος φώναξε.

Υο, εγώ“, ένας νεαρός άρχισε να περπατάει βιαστικά προς το μέρος της. Η εμφάνιση του την εξέπληξε. Το παντελόνι του ήταν σίγουρα τρία νούμερα μεγαλύτερο και το συγκρατούσε για να μην πέσει με το ένα χέρι. Το αριστερό μπατζακι ήταν σηκωμένο μέχρι το γόνατο ενώ το δεξί σκούπιζε ελαφρά το πάτωμα. Από πάνω φορούσε μια αμάνικη αθλητική μπλούζα με κάποιο λογότυπο,μ άλλον κάποιας αθλητικής ομάδας και ένα σακάκι γούνινο βεραμάν. Στο στήθος είχε κρεμασμένες μερικές υπερμεγέθεις χρυσές αλυσίδες. 

Η δις Τσαούσογλου δεν μπορούσε να καταλάβει από τον ρουχισμό του, αν ο νεαρός κρύωνε ή ζεσταινόταν. Το σηκωμένο μπατζάκι και η αμάνικη μπλούζα την οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι ζεσταινόταν, αλλά το γούνινο παλτό ότι κρύωνε. Όταν πλησίασε στο γκισέ διέκρινε ότι είχε αρκετές δερματοστιξίες. Για την ακρίβεια ήταν όλος καλυμμένος, τουλάχιστον ότι επιφάνεια δεν κάλυπτε ο περίεργος ρουχισμός.

“Καλημέρα κύριε, πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;” του απηύθυνε ευγενικά το λόγο. “Μέρα yo, θέλω ένα χαρτί, like, πως μου το παν, you know για να κάνω βίντεο.”

Η δις Τσαούσογλου δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξη και απορία της. Χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα για να αντιληφθεί τι ακριβώς είπε ο νεαρός.

“Εννοείτε άδεια κινηματογράφησης, βιντεοσκόπησης;”
– “Ναι, ντε, α γεια σου, you got it!”

Η κυρία Τσαούσογλου χαμογέλασε και άρχισε να πληκτρολογεί στον υπολογιστή.

“Το όνομα σας;”
– “Johnny Tsou.”
“Ορίστε;”
– “Johnny Tsou!”
“Δεν είστε ημεδαπός;”
– “Εεεε;”
“Τι εθνικότητα έχετε;”
– “Από δω, yo.”
“Ελληνική;”
– “Ναι.”
“… και το όνομα σας είναι Τζόνι Τσού;”

“Της γνωστής οικογένειας των Τσού”, λέει η κα Αμανατίδου χαμηλόφωνα στα δεξιά της. Αρκέστηκε ένα άγριο βλέμμα της δις Τσαούσογλου για να ζητήσει συγνώμη και να επιστρέψει στην δουλειά της.

Ξαναπευθυνόμενη στον νεαρό ρώτησε, “Έχετε ταυτότητα μαζί σας;”. Ο νεαρός δεν απάντησε. Δυσανασχετώντας άρχισε να ψάχνει τις τσέπες από το γούνινο παλτό του. Ανασύρει την ταυτότητα απο κάποια εσωτερική τσέπη και την αφήνει πάνω στο γκισέ.
“Μάλιστα. Ιωάννης Δημιτσόπουλος, λέει η ταυτότητα σας.”
– “Cool.”
“Εσείς μου είπατε άλλο όνομα.”
– “Johnny Tsou.”
“Το Τζόνι από Ιωάννης εντάξει, το αντιλαμβάνομαι, το Τσού γιατί;”
– “Γιατί τους πάω τρένο yo!”

Σηκώνει το δεξί χέρι και το ανεβοκατεβάζει δυο φορές “Tsou, tsou…” μιμούμενος ένα τρένο.
“Ορίστε;” τον κοιτάει έκπληκτη και απορημένη όσο ποτέ. “Τίποτα, τίποτα, είπαμε λοιπόν Ιωάννης Δημιτσόπουλος” βιάζεται να πληκτρολογήσει πριν αρχίσει ο κύριος Δημιτσόπουλος να μιμείται πάλι το τρένο.

“Επάγγελμα;”
– “Trapper.”

Μετά από μερικά δευτερόλεπτα σιωπήςκαι συλλογισμόυ ρωτάει δύσπιστα. “Από την αγγλική trap; Δηλαδή κάνετε παγίδες; Είστε κυνηγός;. Ο κύριος Δημιτσόπουλος άρχισε να γελάει και της απάντησε “Yeaah κυνηγάω το χαρτί και haters. Ξες;”, συνεχίζει σκουπιζοντας ενα δάκρυ από τα γέλια “Gimme five Θεούλα” κολλώντας το χέρι στο τζάμι του γκισέ.

“Είναι τραγουδιστής” ψηφιρίζει ο συνάδερφος από τα αριστερά χασκογελόντας.

“Είστε τραγουδιστής κύριε Δημιτσόπουλε;”
– “Tsou!”
“Δεν είστε;”
– “Είμαι.”
“Τότε γιατί μου λέτε τσου;”
– “Ρε bae είπαμε Johnny ή Tsou όχι κύριε Δημιτσόπουλε.”
“Εντάξει, είστε τραγουδιστής κύριε Τσου;”
– “Αν οι τραγουδιστές ζωγράφιζαν bae.”
“Είστε ζωγράφος;”
– “Όχι ρε αμαρτία! Είπαμε trapper! Γράφω verses και δίνω πόνο, σε κάθε κλώνο.”

“Είδος μουσικής είναι κυρία Τσαούσογλου” επεμβάινει πάλι ο κος Καραγιώργης.

“Κύριε Τσού αν μπορούσατε να με βοηθήσετε λίγο σας παρακαλώ. Ας προχωρήσουμε ταχυδρομική διεύθυνση.”
– “Ικάρου 32, Κηφισιά.”
“Ηλεκτρονική διέυθυνση;”
– “[email protected]
“Ωραία, φορέας; Δεν είστε κρατικός οργανισμός, μη κερδοσκοπικό επιστημονικό/πολιτιστικό/μορφωτικό ίδρυμα σίγουρα ΟΧΙ, είστε εταιρία παραγωγής ή ιδιώτης;”
– “Yeah, production yeh.”
“Επωνυμία;”
– “Tis manoulas sou.”
“ΣΥΓΝΩΜΗ;;;”
– “H παραγωγή yo, tis manoulas sou.”
“Η εταιρία παραγωγής σας ονομάζεται της μανούλας σου;”
– “Ye, tis manoulas sou production στα αγγλικά όμως.”
“Δηλαδή your mummy’s;”
– “Όχι ρε idol, τα γράμματα στα αγγλικά.”
“Α, με λατινικούς χαρακτήρες. Συνενοηθήκαμε YO!

Και οι δυο υπάλληλοι στα διπλανά γκισέ δεν κρατήθηκαν και άρχισαν να γελάνε. Ο κος Καραγιώργης αρχισε να βήχει γιατί πνίγηκε με το καφέ. Η δις Τσαούσογλου όμως συνέχισε ακάθεκτη και ατάραχη.

“Τίτλος της ταινίας;
– “Δεν θα κάνουμε ταινία βρε idol, just ένα clipaki για να trendarei το κομμάτι.”
“Μάλιστα, ο τίτλος αυτού που μόλις μου είπατε.”
– “Η κόρη σου είναι πουτάνα!”
“Σας παρακαλώ κύριε Τσου!!!”
– “Όχι, όχι, όχι, idol ο τίτλος είναι, δεν σε dissaro μην φορτώνεις, σε πάω yo!”
“Μάλιστα… Μάλιστα, ο τίτλος είναι η κόρη σου είναι… ναι… βλέπω σας εμπνέει ο θεσμός της οικογένειας, μητέρες, θυγατέρες… μάλιστα. Σκοπός της κινηματογράφησης;”
– “Σου ‘πα yo για να trendarei το κομμάτι.”
“Μάλιστα, διαφημιστική προώθηση υποθέτω… σωστά;”
– “Ότι θες γράψε idol, trust.”
“Χρονικό διάστημα κινηματογράφησης;”
– “Όσο πάρει yo.”
“Πρέπει να γράψω κάτι κύριε Τσού.”
– “Καλά βάλε κανα εικοσαήμερο.”
“Σε 20 ημέρες, σε μια τοποθεσία γυρίζετε τριλογία κύριε Τσού , όχι πως το είπατε κλιπάκι.”
– “Ε ρε idol βάλε μπόλικο θα έχει μοντελάκια, αμαξάκια, θα έχει θεματάκι η φάση. No hurry.”
“Ωραία, σύντομη περιγραφή περιεχομένου.”
– “Έλα μου;”
“Το κλιπάκι σου yo, tell me πως θα είναι.”
– “Respect idol, το έχεις το μοιράζεις και αφήνεις και tips.”
“Το κατά δύναμιν κύριε Τσού.”
– “Σφάξε το κύριε, idol να έρθουμε στα ίσα μας.”
“Οκ Τσού, ριχτό τώρα.”
– “Λοιπόν, σκάω μούρη με ferrari, κατεβαίνω και ρίχνω money στο αέρα. Τρέχουν και τα μαζεύουν ποζέρια. Πιάνω το κώλο απ’ τα μωρά και μπαίνουμε μέσα. Μετά αρχίζουν να μου τρίβονται τα μωρά και εγώ ρουτινάζιω. Πέφτει όμως το beat και αρχίζω να τα χώνω και να γδύνομαι…”

“Εντάξει φτάνει φτάνει… Εξωτερική λήψη αφίξεως, εσωτερική λήψη με χορευτικό. Με τις γυμνές σκηνές ίσως έχουμε κάποιο πρόβλημα.”
– “Prob? No prob. Είμαι Καραμολέγκος.”
“Τι είστε;”
– “Φέτες ντε!”
“Ναι… το πρόβλημα είναι ότι σε μερικούς χώρους δεν επιτρέπεται το γυμνό.”
– “Έλα; Noway!”
“Δυστυχώς way… εσείς πιο χώρο θέλετε;”
– “Ε, αυλή, κρεβατοκάμαρα κανα μπαλκόνι ίσως και τζακούζι αν έχει.”
“Ορίστε;”
– “What?”
“Δεν έχουμε μουσείο με κρεβατοκάμαρες και τζακούζι κύριε Τσού.”
– “Ααα πάλι μ’ ανάβεις κεριά, σου ‘πα σβήσε τις λαμπάδες, σκέτο Tsou ρε idol. GG το πήγαινες. Δεν θέλω μουσείο, τι να το κάνω; Να trendarei θέλω, όχι να το ανεβάσω στο national να promotarei τo πως πηδεί το καγκουρό. Ώπα ώπα idol μου ήρθε:
Κάγκουρα, κάγκουρα έλα από δω,
να σου δείξω πως πηδεί το καγκουρό.
Καλά idol είσαι μούσα.”
“Συγνώμη Τσού που θα γυρίσεις το κλιπακι;”
– “Ο bro μου έχει κονέ με ένα τυπά που θα μας δώσει μια βίλα στο Μαρκόπουλο.”
“Το ξέρεις ότι εδώ δίνουμε άδειες για μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία.”
– “Και για την βίλα ποιος θα μου δώσει perm ρε idol.”
“Κανείς! Δεν χρειάζεται, είναι ιδιωτικός χώρος, την έγκριση του ιδιοκτήτη ή του διαχειριστή χρειάζεσαι.”
– “Πω ρε idol δηλαδή πατάτζες μου είπαν να έρθω εδώ να πάρω perm;”
“Ε τι σου λέω, δικέ μου.”
– “Πω χαλάλι ρε idol, γνώρισα εσένα.”
“H τιμή ήταν όλη δική μου Τσού.”

Tsou, tsou out! Dap” είπε, κάνοντας μια χορευτική φιγούρα με τα χέρια. Γύρισε επιτόπου και άρχισε να απομακρύνετε.

Εντωμεταξύ τα διπλανά γκισέ, είχαν σταματήσει από ώρα να εξυπηρετούν και είχαν προσηλωθεί στο διάλογο ανάμεσα στην κυρία Τσαούσογλου και τον κύριο Johnny Tsou. Η κυρία Τσαούσογλου σηκώθηκε και είπε “Ι am too old for this shit, i need a break, yo!” ο κος Καραγιώργης ξαναπνίγηκε με τον καφέ.

Idol” φώναξε ο Tsou από την πόρτα, “Θα σου γράψω κομμάτι, all for you!”, πριν την κλείσει πίσω του.

Η κυρία Τσαούσογλου έμεινε αποσβολωμένη για μερικά δευτερόλεπτα πριν αρχίσει να βαδίζει γοργά προς την πόρτα μονολογώντας “Τσού όχι, όχι! Τσού περίμενε!!!”


Άδεια Χρήσης:

Creative Commons Licence
Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Όχι Παράγωγα Έργα.
Scriptorius © 2020

* Φωτογραφία από StockSnap.


Άρθρα Βιβλία Ιστορίες Καθαριότητα Μαγειρική Μουσική Οδηγοί Οργάνωση Πρόταση Τα δωμάτια

Newsletter Updates

Enter your email address below to subscribe to our newsletter

Υποβολή απάντησης