Κάτω από το Αλμυρίκι

Το Αλμυρίκι την προστάτευε από τον καυτό ήλιο. Περίμενε όλο το πρωί μόνη στην παραλία και είχε αρχίσει να βαριέται. Πόσο ακόμα θα περιμένει;

Το παρακάτω κείμενο περιέχει γραφικό λεξιλόγιο, που μπορεί να θεωρηθεί προσβλητικό για ορισμένους αναγνώστες.


Κοίταξε το ρολόι της βαριεστημένα. Περίμενε εδώ και ώρα κάτω από το Αλμυρίκι και είχε αρχίσει να βαριέται. Η υπομονή, ήταν από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της από τότε που ήταν κοριτσάκι. Τρεισήμισι ώρες στήσιμο όμως, είχαν αρχίσει να την φτάνουν στα όρια της.

Δεν βοηθούσε και η ζέστη. Ο ήλιος, σήμερα είχε βαλθεί να πυρπολήσει όλο το κόσμο. 49° C είχε δώσει η μετεωρολογική, 49° C και ολική άπνοια. Το Αλμυρίκι από πάνω της, την προστάτευε όσο μπορούσε. Τι να σου κάνει και το δεντράκι όμως, πάσχιζε να της χαρίσει λίγη σκιά.

Η άμμος είχε πυρακτωθεί ορατά τριγύρω της. Όπως ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα έβλεπε τον ζεστό αέρα πού ανάβλυζε από την άμμο σαν καταρράκτης χωρίς βαρύτητα. Στο μυαλό της ήρθε η Kālua, ο Χαβανέζικος τρόπος ψησίματος στην άμμο. Όταν είχε πάει με την δουλειά στην Χαβάη, τους είχε δει να θάβουν ένα ολόκληρο γουρούνι στην άμμο. Νόμιζε ότι είχαν τρελαθεί, πρώτη φορά έβλεπε κηδεία για γουρούνι. Μετά από ώρες, αφού της εξήγησαν την διαδικασία, της έδωσαν να δοκιμάσει. Από τρελοί έγιναν επιτόπου ιδιοφυΐες. Δεν είχε ξαναφάει ποτέ στην ζωή της πιο νόστιμο χοιρινό. “Αν αργήσουν κι άλλο έτσι θα γίνω και εγώ, ένα ψητό γουρουνάκι στην άμμο.”, μουρμούρισε σε ένα περαστικό μυρμήγκι, που για κάποιο λόγο κουβαλούσε ένα κόκκο άμμο.

Αναστέναξε και ξανακοίταξε το ρολόι της, 13:32. “Αν υποψιαστώ ότι με ξέχασαν ή ότι πήγαν για φαγητό, θα τα πάρω”. Πήγε να πει πάλι στο μυρμήγκι, που όμως είχε χαθεί πίσω από το Αλμυρίκι.

Όταν έφτασε το πρωί στην ερημική παραλία, η ζέστη είχε ήδη αρχίσει να είναι έντονη. Ευτυχώς είχε βρει αυτό το δεντράκι. Δεν τολμούσε να φανταστεί πως θα ήταν αν χρειαζόταν να περιμένει στον ήλιο τόσες ώρες… “Μισή ώρα max” της είχε πει, “Α, ρε Αντωνόπουλε, αν σε πιάσω στα χέρια μου. Θα μου πεις τι περίμενες από τον Αντωνόπουλο; Ο άνθρωπος είναι σπατάλη δέρματος”, σκέφτηκε χτυπώντας οργισμένα το χέρι στην άμμο.

Η θάλασσα και ο συνεχής παφλασμός των κυμάτων, μόλις εβδομήντα μέτρα μακριά, προσπαθούσαν να την αποπλανήσουν. Της φώναζαν, όπως η Αγλαόπη και η Θελξιέπεια στον Οδυσσέα, πριν ακόμη η ζέστη γίνει αποπνικτική. Άλλα όσο και να το επιθυμούσε δεν μπορούσε να πάει να κολυμπήσει. “Αν το ήξερα ότι θα έτρωγα τέτοιο στήσιμο θα είχα βουτήξει. Με τα ρούχα, στην έσχατη! Α ρε μαλακά Αντωνόπουλε“. Η αλήθεια είναι ότι ήταν τέλεια μέρα για μπάνιο. Εξάλλου την λάτρευε την θάλασσα όσο τίποτα άλλο. Το να κάθεται να την βλέπει, να την ακούει και να μην μπορεί να βουτήξει στα αλμυρά διάφανα νερά, πρόσθετε στον υπάρχοντα θυμό της.

Την ζέστη, την υπόμενε, το στήσιμο δεν την εξέπληττε, ακόμα και ότι δεν μπορούσε να κολυμπήσει το άντεχε. Η σκέψη όμως της ειρωνικής φάτσας του Αντωνόπουλου να της λέει κάτι του τύπου: “Και τι έπαθες, περίοδο έχεις;” ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, η υπομονή της εξαφανίστηκε σαν σταγόνα στην καυτή άμμο.

Ήθελε να κάνει κάτι να ξεσπάσει, να της φύγουν τα νεύρα. Σκέφτηκε να σηκωθεί, να ξεμουδιάσει κιόλας, αλλά το μετάνιωσε. Θα ίδρωνε περισσότερο με την κίνηση. Έτσι παρέμεινε ξαπλωμένη κάτω από το Αλμυρίκι στην σκιά, με τον θυμό να βράζει στα σωθικά της, όπως ο ήλιος την άμμο.

Γύρισε ανάσκελα και άρχισε να χαζεύει το φύλλωμα από το Αλμυρίκι. Θυμήθηκε που είχαν πάει διακοπές με την Κική και κοιμήθηκαν στην παραλία. Μια ερημική παραλία παρόμοια με αυτή, κάτω από μια αλμύρα σαν και αυτή. Τότε δεν ήξερε τι δέντρο ήταν ή πως το λένε. Το χάραμα την ξύπνησαν οι φωνές της Κικής “Χιονίζει, χιονίζει”. Ήταν έτοιμη να την βρίσει, Ιούλιο μήνα και χιονίζει; Όταν άνοιξε τα μάτια της, είδε έκπληκτη ότι οι υπνόσακοι ήταν καλυμμένοι με κατάλευκο “χιόνι“.

Βέβαια δεν ήταν χιόνι αλλά αλάτι από το Αλμυρίκι. Όπως τους εξήγησε ένας γερο-ψαράς που ετοίμαζε την βαρκούλα του, λίγο παρακάτω. Το Αλμυρίκι ρουφάει τους θαλάσσιους υδρατμούς, κρατάει το νερό και αποβάλει το αλάτι, το οποίο πέφτει στη γη. Από τότε το αγάπησε αυτό το δέντρο.

Της θύμιζε τον εαυτό της. Έτσι και αυτή είχε μάθει να επιβιώνει σε αντίξοες συνθήκες και να μπορεί στις δύσκολες καταστάσεις να εντοπίζει και να χρησιμοποιεί τα θετικά, αποβάλλοντας, σαν αλάτι, κάθε τι αρνητικό.

“Όταν η ζωή σου δίνει λεμόνια… “ συλλογίστηκε “…βάλτα στον κώλο του Αντωνόπουλου!”. Άρχισε να γελάει μόνη της. Γύρισε πάλι μπρούμυτα ψελλίζοντας, “Α ρε μαλάκα Αντωνόπουλε”.

Άρχισε να παίζει με την άμμο. Χάζευε τους κόκκους που γλιστρούσαν από την παλάμη της. “Κάθε κόκκος και μια στιγμή της ζωής μου” σκέφτηκε, “όσο και να προσπαθώ να τις κρατήσω αυτές θα γλιστράνε και θα αναμιγνύονται με όλες τις λησμονημένες στιγμές. Χαμένες για πάντα στην παραλία της ανθρωπότητας. Στο τέλος αυτό που θα σου μείνει είναι η σκόνη στην παλάμη, να σου θυμίζει τι έχασες”.

Σταμάτησε απότομα το παιχνίδι, δεν της άρεσαν τα συμπεράσματα στα οποία οδηγούνταν. Άρχισε να σκέφτεται πάλι την Αλμύρα και εκείνο το καλοκαίρι με την Κική. Τα γέλια και η ξεγνοιασιά αυτών των διακοπών.

“Αστερία πως λαμβάνεις; Over”. Η φωνή του Αντωνόπουλου στο αυτί της, την έβγαλε από τις αναπολήσεις και η αδρεναλίνη κατέκλυσε το κορμί της.

“Καλά λαμβάνει, μητέρα. Over.”
“Αστερία πράσινο φως. Εκτελέσατε πάραυτα. Over.”
“Ελήφθη μητέρα. Over.”

Κόλλησε το μάτι στην διόπτρα, έλεγξε τις ρυθμίσεις, πήρε μια ανάσα και τράβηξε την σκανδάλη. Πριν χαθεί ο ήχος είχε ήδη ξαναοπλίσει και περίμενε. Λίγο παραπάνω από χίλια μέτρα μακριά, η μεταλλική ανθρώπινη σιλουέτα στον σταυρό της διόπτρας, εξαφανίστηκε. “Αστερία επιβεβαιώνω επιτυχία. Έξοδος δια θαλάσσης σε πέντε. Over”.

“Εσένα περιμέναμε να μας το πεις” άρχισε να μουρμουράει. Πίεσε το κουμπί στο λαιμό της και είπε “Ελήφθη. Over”. Όταν το άφησε πρόσθεσε “Α ρε μαλάκα Αντωνόπουλε!”. Μάζεψε γρήγορα τα πράγματα της και περίμενε σκυφτή δίπλα στον κορμό από το Αλμυρίκι. Όταν άκουσε την εξωλέμβιο να μουγκρίζει, άρχισε να κινείτε με τακτικές ελιγμών προς την θάλασσα.

Φτάσανε μαζί στην ακροθαλασσιά. Τρεις από την ομάδα της πετάχτηκαν μέσα από το φουσκωτό, οι δυο την κάλυπταν και ο τρίτος την βοήθησε να ανεβάσει τον εξοπλισμό της.

Η εξωλέμβιος άρχισε πάλι να μουγκρίζει και μετά να ουρλιάζει ανεβάζοντας στροφές. Το φουσκωτό χοροπηδούσε πάνω στο θαλάσσιο γυαλί κάνοντας το κομμάτια με κάθε επαφή. Η πιτσιλιές της θάλασσας στο πρόσωπο της ήταν αναζωογονητικές. “Τι έγινε Αστερία περίμενες ώρα;” ακούει τον διπλανό της να φωνάζει πάνω από τα ουρλιαχτά της μηχανής. Απλώς τον κοίταξε και σε σύζευξη φώναξαν. “Α, ρε μαλάκα Αντωνόπουλε!


Άδεια Χρήσης:

Creative Commons Licence
Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Όχι Παράγωγα Έργα.
Scriptorius © 2020

* Φωτογραφία από Pexels.


Newsletter Updates

Enter your email address below to subscribe to our newsletter

Υποβολή απάντησης