Η κυρία Ευτέρπη

Η κυρία Ευτέρπη είναι μια γυναίκα με αρχοντική καταγωγή, που στα 93 της, μένει μόνη της με μόνη συντροφιά μία γειτόνισσα.

“Ευτέρπη άνοιξε, εγώ είμαι” φωνάζει έξω από την πόρτα μια παχουλή κυρία. “Ευτέρπη είσαι μέσα;” η φωνή της δεν ταιριάζει με το παρουσιαστικό της, είναι μπάσα και δυνατή με μια ελαφρώς αντρική χροιά. Αμφιβάλω όποιος την άκουγε μόνο, αν θα μπορούσε να αντιληφθεί το φύλο της.

Πίσω από την πόρτα η κυρία Ευτέρπη έχει σηκωθεί από την παλιά κουνιστή καρέκλα της και με την βοήθεια του μπαστουνιού της προχωρούσε με αργά βήματα προς την πόρτα. “Ευτέρπη;;;” ακούγεται πάλι η φωνή από το κλιμακοστάσιο.

“Γιατί χρυσή μου γυναικά δεν χτυπάς το κουδούνι; Στο έχω πει τόσες φορές να χτυπάς το κουδούνι, δεν θα έπρεπε να σου ανοίξω για να μάθεις τρόπους” μονολογεί η κυρία Ευτέρπη, που προχωράει βιαστικά να προλάβει να ανοίξει την πόρτα πριν αρχίσει πάλι τις φωνές.

Όταν άνοιξε την πόρτα είδε την παχουλή κυρία να ανταλλάσσει ευγενής χαιρετισμούς με την γυναίκα του διαχειριστή. “Γεια σας κυρία Ευτέρπη, τι κάνετε;” ρωτάει η κυρία του διαχειριστή ενώ κατέβαινε τις σκάλες. “Γεια σας, καλά είμαι. Αναπνέω ακόμη!” απαντάει η κυρία Ευτέρπη, χαριτολογώντας. “Πέρνα μέσα φωνακλού” λέει επιτακτικά, απευθυνόμενη στην φίλη της. “Δεν σου έχω πει να μην φωνάζεις και να χτυπάς το κουδούνι;” την μαλώνει η κυρία Ευτέρπη. “Α μωρέ Ευτέρπη με τις ντροπές σου, σου έχω πει ότι το κουδούνι τρώει ρεύμα”. “Άστο να φάει να σκάσει μην ανησυχείς, εσύ απλώς χρησιμοποίησε το”, της απαντάει η κυρία Ευτέρπη και η παχουλή κυρία γελάει με ένα δυνατό βαρύ γέλιο. Ήθελε να της πει ότι σοβαρολογεί, αλλά δεν μπαίνει καν στο κόπο και συνεχίζει να κατευθύνεται προς την θέση της στο αίθριο.

Η άλλη κυρία πάει προς την κουζίνα να φτιάξει καφεδάκια, όπως κάνει εδώ και δέκα χρόνια από τότε που χήρεψε. Η κυρία Ευτέρπη είχε χηρέψει νωρίτερα, πολλά χρόνια πριν, ο άνδρας της όπως λέει η ίδια: “Πενήντα χρόνια στα καράβια επέζησε δύο πολέμους, ένα ναυάγιο, αμέτρητες φουρτούνες για να μου τον πάρει ένα μηχανάκι”. Από τότε τα μάτια της είχαν μόνιμα μια θλίψη. Που με το καιρό είχε γίνει τόσο έντονη, που τα μάτια της, από βαθύ πράσινο που ήταν στα νιάτα της, είχαν γίνει γκρι. “Σου έφερα και δυο βουτήματα να βουτήξεις, να φας κάτι γιατί έχεις μείνει πετσί και κόκαλο” λέει η φίλη της, ακουμπώντας ένα δίσκο στο μικρό μαρμάρινο τραπεζάκι δίπλα από την ασημένια κορνίζα. “Σε ευχαριστώ αγάπη μου” της απαντάει χωρίς να κατεβάσει το βλέμμα από τα σύννεφα.

Πριν από χρόνια την είχε ρωτήσει “Ευτέρπη μου γιατί κοιτάς τα σύννεφα και δεν κοιτάς το δρόμο, τους περαστικούς;” η απάντηση της ήταν, “Στα σύννεφα μπορώ να δω το παρελθόν μου όπως θα έπρεπε να ήταν, στο δρόμο κάτω είναι ήδη γραμμένο”. Δεν είχε καταλάβει απόλυτα την απάντηση αλλά δεν ρώτησε, ήξερε ότι πέρασε πολλά, ο άντρας της, η κόρη της…

Κάθεται στην πολυθρόνα απέναντι της και άρχισε να της λέει για την κυρία διαχειριστού και την δεσποινιδούλα στο ρετιρέ, για έναν τρικούβερτο καυγά με αφορμή μια ζαρτιέρα και μια σακούλα σκουπίδια. Η κυρία Ευτέρπη την έκοψε όμως, “Πες μου για σένα αγάπη μου, μην μου λες για τους γείτονες, αν θέλω να μάθω νέα τους θα τους προσκαλέσω να μου τα αφηγηθούν οι ίδιοι”, πότε δεν της άρεσε το κουτσομπολιό και πάντα την επέπληττε. Τόσα χρόνια όμως στις λαϊκές αγορές το κουτσομπολιό είχε γίνει δεύτερη φύση της.

Δεν συνέχισε την ιστορία, απλά κατέβασε το βλέμμα της και πήρε μια μεγάλη σφυριχτή ρουφηξιά από το ελληνικό της. Η κυρία Ευτέρπη της έριξε ένα άγριο βλέμμα αλλά δεν είπε τίποτα άλλο. Ήταν ένθερμος υποστηρικτής των καλών τρόπων και το να ρουφάς τον καφέ δεν ήταν πρέπον. Αντ’ αυτού την ρώτησε για τον εγγονό της.

“Θα έρθουν να μου τον φέρουν σήμερα, θα πάνε τριήμερο” απαντάει με μια ανάσα και περισσή χαρά, που η κυρία Ευτέρπη δεν της έκανε παρατήρηση για τον καφέ. “Θα πρέπει να πετάς στα ουράνια αγάπη μου” συμπληρώνει η κυρία Ευτέρπη. “Ου αν χαίρομαι λέει τρεις μέρες θα έχω το μωρό χωρίς…” την ξινή την νύφη μου, ήθελε να συμπληρώσει, αλλά μάσησε τα λόγια της γιατί ήξερε την αντίδραση της κυρίας Ευτέρπης. “χωρίς… να έχει να κάνει τίποτα” συμπλήρωσε. “Τι εννοείς;” ρωτάει η κυρία Ευτέρπη με ένα μικρό πονηρό χαμόγελο εφόσον κατάλαβε τη ήθελε να πει. “Χωρίς να έχει σχολεία, φροντιστήρια ντε” απαντάει και στρέφει το βλέμμα της προς το μικρό τραπεζάκι με την κορνίζα, προσποιούμενη ότι κοιτάει την φωτογραφία. Δεν ήθελε να προδώσει την χαρά της που τα μπάλωσε τόσο περίτεχνα.

“Δεν έφαγες τα βουτήματα σου Ευτέρπη μου” προσπαθεί να αλλάξει θέμα. “Να έρθετε, να δω το παιδί, αν έχετε χρόνο” λέει η κυρία Ευτέρπη “Φυσικά Ευτέρπη μου, φυσικά” της απαντάει και ρουφάει μια γουλιά καφέ ακόμα πιο δυνατά. “Συγγνώμη Ευτέρπη μου…” βιάζεται να πει, αλλά η κυρία Ευτέρπη έχει πάλι χαθεί στα σύννεφα της.

“Ευτέρπη μου, τον ήπιες τον καφέ σου να τα μαζέψω, γιατί πρέπει να φύγω. Έχω να μαγειρέψω πριν μου φέρουν το παιδί, θα κάνω γιουβαρλάκια σήμερα που του αρέσουν” λέει ενώ σηκώνεται. “Μην ανησυχείς αγάπη μου θα το μαζέψω εγώ, πήγαινε εσύ να κάνεις τις δουλειές σου” της απαντάει κοιτώντας την έντονα με τα γκρι θλιμμένα ματιά της. “Αγάπη μου…” συνεχίζει ενώ στηριζόμενη στο μπαστούνι της σηκώνεται από την κουνιστή καρέκλα. “Ναι Ευτέρπη μου;” την κοιτάει ερωτηματικά η παχουλή κυρία.

Η κυρία Ευτέρπη την πλησιάζει της πιάνει το χέρι με τα δικά της και της λέει “Συγνώμη! Συγνώμη που σε μαλώνω για ποταπά πράγματα. Αν σε πλήγωσα με την συμπεριφορά μου καμιά φορά αυτά τα χρόνια να ξέρεις ότι έχει γίνει άθελα μου. Ελπίζω να ξέρεις ότι σε θεωρώ δικό μου άνθρωπο και σε αγαπάω.” Η έκπληξη στο πρόσωπο της παχουλής κυρίας είναι τόσο μεγάλη όσο και η αγκαλιά που βιάζεται να κάνει στην κυρία Ευτέρπη.

“Α μωρέ Ευτέρπη με συγκίνησες” λέει όταν την άφησε από την αγκάλη της. Η κυρία Ευτέρπη βγάζει ένα μαντήλι από το μανίκι της, με ένα κόκκινο καλλιγραφικό μονόγραμμα, και της σκουπίζει τα δάκρυα από τα στρογγυλά της μάγουλα. Η κυρία Ευτέρπη δεν έκλαψε, στην ηλικία της, δεν της έχουν μείνει πλέον δάκρυα.

Όταν η πόρτα κλείνει, η κυρία Ευτέρπη βρίσκεται στην θέση της στην κουνιστή καρέκλα δίπλα από το τραπεζάκι με την ασημένια κορνίζα να κοιτάει τα σύννεφα.

Την επόμενη μέρα η παχουλή κυρία με τον εγγονό της δίπλα, χτυπάει με περηφάνια το κουδούνι. Την τρίτη φορά που το χτύπησε και δεν πήρε απάντηση άρχισε να φωνάζει “Ευτέρπη άνοιξε μου εγώ είμαι. Ευτέρπη, ήρθαμε να σε δούμε άνοιξε” αλλά δεν της άνοιξε ποτέ κάνεις…

Το διαμέρισμα πουλήθηκε. Από τα πράγματα της κυρίας Ευτέρπης διασώθηκαν μόνο δύο πράγματα. Η κουνιστή καρέκλα, που τώρα βρίσκεται στο σαλόνι της παχουλής κυρίας. Απέναντι από την πολυθρόνα στην οποία κάθεται και πίνει προσεχτικά, για να μην ρουφήξει, τον καφέ της και δεν αφήνει ποτέ κανέναν να κάτσει. Και η ασημένια κορνίζα με την φωτογραφία. Που απεικονίζει μια νεαρή κυρία Ευτέρπη να κάθεται στην κουνιστή καρέκλα, στο αίθριο, να κοιτάει το μωρό στην αγκαλιά της και δίπλα της όρθιος, ένας ψηλός άνδρας με ναυτική στολή. Τώρα βρίσκεται πάνω στο τάφο της κάτω από τα αγαπημένα της σύννεφα.


Άδεια Χρήσης:

Creative Commons Licence
Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Όχι Παράγωγα Έργα.
Scriptorius © 2020

* Φωτογραφία από sabinevanerp.


Άρθρα Βιβλία Ιστορίες Καθαριότητα Μαγειρική Μουσική Οδηγοί Οργάνωση Πρόταση Τα δωμάτια

Newsletter Updates

Enter your email address below to subscribe to our newsletter

Υποβολή απάντησης