Το σπουργίτι

Ξυπνάς έχοντας ένα τραγούδι σφηνωμένο στο μυαλό σου. Ότι και να κάνεις δεν γίνεται να μην το σιγοτραγουδάς. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό λοιπόν...

Ήχος στριγκός, αχνός στην αρχή, τσιριχτός στην συνέχεια, γρατζουνάει το τύμπανο και ασελγεί στην νυχτερινή ησυχία. Ένα σπουργίτι τρομάζει στο μπαλκόνι. Το χέρι σου σηκώνεται ασυναίσθητα και κατευθύνεται διερευνητικά προς την πηγή του ήχου. Πέφτει με δύναμη και ατόφιο σπλαχνικό μίσος. Ένας τελευταίος επιθανάτιος ρόγχος πριν η γαλήνη επιστρέψει.

“Να βγαίνεις απ’ το όνειρο…” 

Τα πρώτα λόγια του μυαλού σου… ξαναπέφτεις στο μαξιλάρι και κοιτάς έξω από το παράθυρο, ένα μικρό σπουργίτι έχει βρει καταφύγιο από την βροχή, και χοροπηδάει πάνω στο τραπεζάκι του μπαλκονιού. 

“να κατεβάζεις τα πουλιά.”

σιγοτραγουδάς με μια απόκοσμη λαρυγγώδη πρωινή φωνή . O λήθαργος προσπαθεί να σε τραβήξει πίσω, στην ασφάλεια της ζεστής σπηλιάς του παπλώματος και της σωματικής σου θερμότητας, επιδιώκοντας να σε νανουρίσει μέσα στο μικρό φούρνο που δημιούργησες όλη νύχτα. 

“Στον ύπνο πάλι να περνάς…”

Όλα όμως κάνουν θόρυβο, ο αέρας στην τέντα του γείτονα, η βροχή στο δρόμο, μέχρι και οι βλεφαρίδες που συγκρούονται ενώ ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα. 

Η ώρα είναι 06:32, το γνωρίζεις, τέτοια ώρα χτυπάει καθημερινά το ξυπνητήρι. Στρέφεις ενστικτωδώς όμως το κεφάλι για να το επιβεβαιώσεις οπτικά. «Ούτε το υποσυνείδητο δεν μου δείχνει εμπιστοσύνη» σκέφτεσαι. «Πρωινά κεφάκια;» σου φωνάζει το μικρό σπουργίτι, που σε παρατηρεί από το τραπεζάκι του μπαλκονιού, «τέλειωνε, σήκω, θα αργήσεις» συμπληρώνει επιτακτικά. Ανακάθεσαι στο κρεβάτι τρίβεις τα μάτια σου και με τα δυο χέρια και συνεχίζεις τον στίχο απτόητος. 

“κι υστέρα στο δωμάτιο…”

Ένας αόρατος Προκρούστης προσπαθεί να εξισορροπήσει τα σωματικά μεγέθη και τεντώνεσαι απολαυστικά. Η πορεία προς το μπάνιο, μεγάλη και επικίνδυνη, αλλά έχεις συνοδοιπόρο αλλεπάλληλα χασμουρητά. Ανηφορικός σήμερα ο διάδρομος, συλλογίζεσαι, ενώ ο ρυθμός του τραγουδιού σου έχει καρφωθεί σαν ξύλινη σκλήθρα βαθιά στον εγκέφαλο.

Το κρύο νερό ξεχύνεται από την βρύση ορμητικά και συγκρούεται με θόρυβο στην λευκή πορσελάνη, πριν χαθεί με στροβιλισμό, στο ατέρμονο σκοτάδι του σιφονιού. Το κοιτάς διερευνητικά για μερικές στιγμές, «αριστερά ή δεξιά;», προσπαθείς να θυμηθείς με τι φορά στροβιλίζεται το νερό στο βόρειο ημισφαίριο. Συγκεντρώνεις το βλέμμα για να διακρίνεις, αλλά τα μάτια σου δεν έχουν ξυπνήσει ακόμη. Κουνάς το κεφάλι απαξιωτικά «τέτοια ώρα τέτοια λόγια», δίνοντας ένα οριστικό τέλος στις πρωινές απορίες και με γενναιότητα περιλούζεις το πρόσωπο σου με κρύο νερό. 

Ανατριχιάζεις από το σοκ, χωρίς να μπορείς να αποφασίσεις αν είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο. Κοιτάς το είδωλο σου στο καθρέφτη παρατηρώντας τις σταγόνες που κυλάνε και παγιδεύονται στις τρίχες από τα γένια σου. Θέλεις ξύρισμα σου λέει το ελεγχόμενο εγώ σου, ενώ σου σκουπίζει το πρόσωπο, όμως ο άλλος σου εαυτός σφυρίζει αδιάφορα και σε τραβά προς την λεκάνη. 

Η όλη διαδικασία, από την διάδοση της νευρικής ώσης μέχρι την χαλάρωση του σφιγκτήρα της ουροδόχου περνάει από τα μάτια σου σαν τρέιλερ με τα προσεχώς στο σινεμά. 

Μέχρι να ξαναγεμίσει το καζανάκι έχεις πλύνει και τα δόντια. «Θεωρίες για εκατό βουρτσίσματα ή πέντε λεπτά, όποιος τα βγάζει αυτά δεν ξυπνάει πρωί» σκέφτεσαι. 

Το σπουργίτι στο μπαλκόνι.
Σπουργίτι

Ο χρόνος κυλάει και εσύ έχεις ήδη χαθεί στην πορεία του και τον έχεις χάσει από τα μάτια σου. Το ρολόι στην κουζίνα σου φωνάζει ότι έχεις ακόμα τριάντα λεπτά, ενώ είσαι ακόμα με τα εσώρουχα και γεμίζεις μια κούπα καφέ. Σου ήρθε να του βγάλεις γλώσσα,  αλλά το συλλογίζεσαι καλύτερα, μην ανοίγεις πόρτες που δεν θέλεις να διαβείς. Με την κούπα στο χέρι πας στο καλόγερο κουστουμιού που έχεις ακουμπισμένα αποβραδίς τα ρούχα σου. 

“Να ντύνεσαι καλά…”

συνεχίζεις το ξεχασμένο στιχάκι. Η μυρωδιά του μαλακτικού από τα φρεσκοπλυμένα ρούχα σου πλημμυρίζει τα ρουθούνια και αμέσως το διαφημιστικό σποτάκι, χαμένο στην λήθη του χρόνου και του μυαλού σου κάνει επαναλαμβανόμενη αναπαραγωγή: «Η θεία Όλγα, η θεία Όλγα ξέρει.» 

Προσπαθείς να θυμηθείς που παράτησες τα κλειδιά χθες το βράδυ, ενστικτωδώς σου κάνεις σωματικό έλεγχο πριν αντιληφθείς το γελοίο του όλου. «Δεν φορούσες αυτά τα ρούχα χθες. Βλάκα, αυτοτιμωρείσαι χωρίς δισταγμό. Τα βρίσκεις τελικά στην τσέπη του παλτού, αλλά αυτή η ολιγόλεπτη αναζήτηση σου στέρησε μερικές γουλιές καφέ. Πίνεις δυο αλλεπάλληλες, κουνάς το χέρι στο σπουργίτη που σε κοιτά με απορία και… 

“να πας κατά την πόρτα…” 

Η υγρασία της βροχής και το πρωινό πούσι, σε προκαλεί, αν έχεις τα κότσια, να πάρεις βαθιά ανάσα! Με βήμα ταχύ πας προς την γωνία 

“να κάνεις δυο βήματα. Στο τρίτο κοκαλώνεις… Να λείπει απάνω ο ουρανός!” 

σταματάς και κοιτάς τα πυκνά μαύρα σύννεφα που σκεπάζουν τις γκρίζες πολυκατοικίες.

Είναι στην θέση του ο ουρανός ή τα σύννεφα είναι η αυλαία του κενού;

Οι στάλες της βροχής σε συνεφέρουν βάζεις την κουκούλα σκύβεις το κεφάλι, καρφώνεις το βλέμμα ταπεινά στο βρώμικο πεζοδρόμιο και στρίβεις στην γωνία. 


Άδεια Χρήσης:

Creative Commons Licence
Αναφορά Δημιουργού – Παρόμοια Διανομή.

* Φωτογραφίες από Free-Photos και Republica.
* Βίντεο από Θανάση Παπακωνσταντίνου.


Newsletter Updates

Enter your email address below to subscribe to our newsletter

Υποβολή απάντησης