Το παγκάκι του κυρ Αντρέα (Μέρος 1ο)

Ο κυρ Αντρέας κάθεται πάντα εδώ και χρόνια σε ένα συγκεκριμένο παγκάκι. Μια νύχτα που έλειπε συνέβη κάτι τραγικό. (Μέρος1ο)

Ακατάλληλο για ανηλίκους.

Η παρακάτω ιστορία περιέχει σκηνές βίας και γραφικό λεξιλόγιο που μπορούν να θεωρηθούν ενοχλητικά για ορισμένους αναγνώστες.


Στo πάρκο της γειτονιάς υπάρχει ένα δέντρο, κάτω από το δέντρο υπάρχει ένα παγκάκι και πάνω στο παγκάκι κάθεται ένας άντρας. Για την ακρίβεια στο πάρκο υπάρχουν αρκετά δέντρα και αρκετά παγκάκια αλλά η ιστορία μας εξελίσσεται γύρω από το συγκεκριμένο παγκάκι και το συγκεκριμένο δέντρο.

Τον άντρα τον ξέρουν όλοι ως ο κυρ Αντρέας, είναι τόσο γνωστός αυτός και το παγκάκι του που στην γειτονιά τον χρησιμοποιούν ως σημείο αναφοράς.

“Ραντεβού στο παγκάκι του κυρ Αντρέα στις δέκα”

“Να μαζευτούμε στο παγκάκι του κυρ Αντρέα να πάμε όλοι μαζί”

Μπορεί όλοι να γνωρίζουν τον κυρ Αντρέα και το παγκάκι του αλλά λίγοι γνωρίζουν κάτι περισσότερο. Ο φαρμακοποιός γνωρίζει ότι είναι εβδομηντατριών ετών. Ο ταχυδρόμος ξέρει ότι είναι συνταξιούχος. Η κυρία Λουκία που έχει το μαγειρείο, ξέρει ότι έχει αλλεργία στα καρύδια. Και αυτά είναι περίπου όσα γνωρίζουν για τον κυρ Αντρέα.

Κάθε πρωί στις οκτώ, βρέξει χιονίσει, ο κυρ Αντρέας θα είναι στο παγκάκι του. Στις δύο το μεσημέρι θα φύγει και θα τον ξαναδείς στις έξι το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ. Ένα φεγγάρι  πριν από πολλά χρόνια κάποια κακεντρεχής γειτόνισσα, είχε βγάλει μια φήμη ότι είναι έμπορος ναρκωτικών.

Όλη η γειτονιά είχε χωριστεί στα δυο εξαιτίας αυτής της φήμης. Οι μισοί τον κατηγορούσαν και ήθελαν να φύγει. ι άλλοι μισοί τον υπερασπιζόντουσαν ότι είναι ένα άκακο ανθρωπάκι, που δεν έχει κάνει ποτέ τίποτα σε κανέναν.

Την λύση στην σύρραξη την έδωσε ο ίδιος ο κυρ Αντρέας. Χωρίς να πει τίποτα σε κανένα, πήγε στην αστυνομία και ζήτησε να τον ελέγξουν για τις ψευδείς κατηγορίες. Οι αστυνομικοί, που και αυτοί τον γνώριζαν, έβαλαν τα γέλια, πρώτη φορά έβλεπαν τον “εγκληματία” να απαιτεί έρευνα. Έτσι το ανέλαβαν προσωπικά να αποκαταστήσουν την φήμη του κυρ Αντρέα στην γειτονιά.

Το γεγονός όμως που τον έκανε διάσημο και αγαπητό απ’ όλους εξελίχθηκε στις 31 Δεκεμβρίου του 1998, παραμονή πρωτοχρονιάς. Το κρύο τρυπούσε κόκαλα και ο ξάστερος ουρανός είχε καλύψει τα πάντα με ένα λεπτό στρώμα κατάλευκης πάχνης. Η Άννα, δεκαεννιά χρονών τότε, είχε ετοιμαστεί να βγει να γιορτάσει την αλλαγή του χρόνου με φίλους της.

Για να πάει στο μετρό, όπως και σχεδόν όλοι, έκοψε δρόμο μέσα από το πάρκο. Το κρύο και η αργοπορία της, της επέβαλαν να περπατάει βιαστικά, όσο επέτρεπαν οι ψηλοτάκουνες μπότες. Όταν έφτασε μπροστά από το παγκάκι του κυρ Ανδρέα είδε ότι έλειπε. Στην βιασύνη της δεν έδωσε πολύ σημασία, εξάλλου ήταν αργά και είχε παγωνιά, αλλά δεν έδωσε σημασία και στον θόρυβο πίσω της.

Όταν συνειδητοποίησε τα βήματα στο δρομάκι, ήταν αργά. Πριν προλάβει να γυρίσει, ένα χέρι την έπιασε από τα μαλλιά και την τράβηξε με δύναμη μέχρι που σωριάστηκε στο παγωμένο δρόμο. Ένα πόδι την κλώτσησε με δύναμη στην κοιλιά όπως ήταν πεσμένη, με αποτέλεσμα να της κόψει την ανάσα. Το χέρι που την κρατούσε από τα μαλλιά, άρχισε να την σέρνει έξω από το δρομάκι πίσω από τα δέντρα. Πάλευε να πάρει ανάσα ακόμα, το καλτσόν της διαλύθηκε και ένιωθε την κρύα άγρια επιφάνεια στα πόδια της.

Την έσυρε στο δέντρο διπλά από το παγκάκι του κυρ Αντρέα, την σήκωσε και την έστησε με την πλάτη στο δέντρο. Πριν προλάβει να συνέλθει από το σοκ της έβαλε ένα σουγιά στο λαιμό “Αν βγάλεις αχνά θα πεθάνεις τσουλάκι.” της ψιθύρισε στο αυτί.

Ήταν τέσσερις νεαροί, αυτός που της μίλησε ήταν κολλημένος πάνω της και κρατούσε το μαχαίρι. Η ανάσα του βρομούσε αλκοόλ. Ο δεύτερος έψαχνε την τσάντα της, που της έπεσε όταν της επιτέθηκαν. Ο τρίτος φορούσε ένα κίτρινο σκουφί, έτριβε τα χέρια του με ικανοποίηση και γελούσε χαιρέκακα. Ο τελευταίος καθόταν αμέτοχα λίγο πιο μακριά, με ένα μπουκάλι βότκας στο χέρι και μια έκφραση αδιαφορίας και βαρεμάρας, σαν να παρατηρεί το πιο φυσικό δρώμενο στο κόσμο.

Αυτός που την απειλούσε με το μαχαίρι της έγλυψε το μάγουλο και με το ελεύθερο χέρι του άρχισε να της χαϊδεύει το στήθος. Η Άννα από το χτύπημα και την αηδία ήθελε να κάνει εμετό, προσπάθησε να αντιδράσει, να ξεφύγει αλλά ένιωσε την μύτη του μαχαιριού να της τρυπάει το λαιμό. “Ηρέμησε ή θα σε σφάξω, βρώμα” της είπε πάλι στο αυτί πιάνοντας με μεγαλύτερη δύναμη το στήθος της. Ενώ συνέχιζε να την θωπεύει, γυρνάει προς τα πίσω και φωνάζει “Κωστάκη τι κέρδισε το πρωτοχρονιάτικο;”. Ο νεαρός που έψαχνε την τσάντα της, άδειασε όλο το περιεχόμενο στο άσπρο γρασίδι. “Τίποτα, μια κάρτα και εβδομήντα ευρώ και σου είπα μην με λες Κωστάκη, το tag μου είναι Gymi”

“Μου θέλει και tag ο Κωστάκης” της ξαναψιθύρισε στο αυτί και συνέχισε φωναχτά, αφού δεν πιάσαμε το πρωτοχρονιάτικο, το τσουλάκι θα μας πληρώσει σε είδος”. Έχωσε βίαια το χέρι του κάτω από την φούστα της. Ο νεαρός με το σκουφί χοροπηδούσε πάνω κάτω και φώναζε χαρούμενα “Ναι, ναι, ναι!”

Το χέρι κάτω από την φούστα, πλησίαζε απειλητικά και όσο έσφιγγε τα ποδιά της η Άννα τόσο ένιωθε την λάμα να πιέζει το λαιμό της. Όταν έφτασε το εσώρουχο της, είχε πάρει απόφαση να πεθάνει, το προτιμούσε από αυτό που θα ακολουθούσε. Το χέρι, της τράβηξε με δύναμη το εσώρουχο όταν ακούστηκε ένας γδούπος.


Άδεια Χρήσης:

Creative Commons Licence
Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Όχι Παράγωγα Έργα.
Scriptorius © 2020

* Φωτογραφία από Arcaion.



Άρθρα Βιβλία Ιστορίες Καθαριότητα Μαγειρική Μουσική Οδηγοί Οργάνωση Πρόταση Τα δωμάτια

Newsletter Updates

Enter your email address below to subscribe to our newsletter

Υποβολή απάντησης