Το παγκάκι του κυρ Αντρέα (Μέρος 2ο)

Η Άννα εκείνη την μοιραία παραμονή Πρωτοχρονιάς γίνεται θύμα επίθεσης μπροστα απο το παγκάκι του κυρ Αντρέα. Θα γλιτώσει; (Μέρος 2)

Ακατάλληλο για ανηλίκους

Η παρακάτω ιστορία περιέχει σκηνές βίας και γραφικό λεξιλόγιο που μπορούν να θεωρηθούν ενοχλητικά για ορισμένους αναγνώστες.



Όλοι γύρισαν προς τον ήχο, μέχρι και η Άννα άνοιξε τα ματιά της. O νεαρός με το μπουκάλι βρισκόταν ξαπλωμένος στην χλόη.

Από πάνω του στεκόταν ο κυρ Αντρέας. Δυσκολεύτηκε να τον γνωρίσει γιατί φορούσε ένα περίεργο γούνινο καπέλο, από αυτά που έχουν ειδικά πτερύγια για να σκεπάζουν τα αυτιά, και ένα μακρύ παλτό με σηκωμένο το γιακά. Στο χέρι του κρατούσε το μπουκάλι με την βότκα, που είχε μέχρι πρότινος ο λιπόθυμος νεαρός.

Αυτός που έψαχνε την τσάντα πήγε να ρωτήσει “Ποιος είσαι εσύ;” αλλά δεν πρόλαβε. Ο κυρ Αντρέας, σαν φιγούρα βγαλμένος από ταινία δράσης, τον είχε πλησιάσει αιφνιδιαστικά και τον χτύπησε με το μπουκάλι στο μάγουλο. Ήταν τέτοιο το χτύπημα που έκανε μια ολόκληρη περιστροφή γύρω από τον εαυτό του, πριν σωριαστεί στα γόνατα. Ο κυρ Αντρέας κατέβασε το μπουκάλι σπάζοντας το με δύναμη στο κεφάλι του όπως ήταν γονατισμένος. Δεκάδες κομματάκια γυαλιού, αντανακλούσαν το φως από τις λάμπες στο δρομάκι και γυάλιζαν όπως έπεφταν πάνω στους ώμους του νεαρού σαν απόκοσμο χαλάζι.

Αυτός που χοροπηδούσε πριν από την χαρά του είχε σοβαρέψει απότομα. Άρχισε να κινείτε προς τον κυρ Αντρέα “Θα, θα, θα πεθάνεις καργιόλη” του φώναξε αγχωμένα. Ο κυρ Αντρέας πέταξε ότι είχε απομείνει από το σπασμένο μπουκάλι και ήρεμα προχώρησε εναντίον του. Ο νεαρός με το σκουφί, σήκωσε το χέρι για να τον χτυπήσει, ο κυρ Αντρέας απλώς έστριψε το σώμα του και η μπουνιά βρήκε τον αέρα. Είχε τόση φόρα, που όταν δεν βρήκε το στόχο του παρασύρθηκε ολόκληρος χάνοντας την ισορροπία του. Ενώ παραπατούσε, προσπαθώντας να την ξαναβρεί, ο κυρ Αντρέας τον έπιασε από το πέτο και τον τράβηξε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα ο κορμός του να αιωρείται στον αέρα σε γωνιά σαρανταπέντε μοιρών.

Ο κυρ Αντρέας τον σήκωσε στο ύψος της μέσης του και άρχισε να τον γρονθοκοπάει με το ελεύθερο χέρι. Οι γροθιές του ήταν ρυθμικές, αργές και επαναλαμβανόμενες. Όλες έπεφταν κάθετα στην μύτη του. Στην δεύτερη, αίμα άρχισε να γεμίζει το πρόσωπο του από την σπασμένη μύτη του. Στην τέταρτη, το κίτρινο σκουφί έφυγε από το κεφάλι του. Στην πέμπτη το κεφάλι του κρεμάστηκε προς τα πίσω σε μια περίεργη γωνία. Σαν μαριονέτα που του έκοψαν όλες τις κλωστές και κρατιέται μόνο από το στήθος, στο έλεος του μαριονετίστα.

Όση ώρα γινόταν αυτό ο κυρ Αντρέας δεν κοιτούσε το θύμα του. Είχε καρφώσει το βλέμμα στον νεαρό με το μαχαίρι, ο οποίος είχε το χέρι του ακόμα ανάμεσα στα πόδια της Άννας. Τα μάτια του ήταν γουρλωμένα με έκπληξη και απορία ενώ παρατηρούσε κοκαλωμένος το γρονθοκόπημα του φίλου του.

Η πάχνη γύρω από το πεσμένο σκουφί είχε γίνει κόκκινη από το αίμα όταν ο κυρ Αντρέας άφησε το λιπόθυμο θύμα να πέσει δίπλα από τον κίτρινο σκούφο.

Πλησίασε στα δύο μέτρα και κάθισε όρθιος ακίνητος, απέναντι από τον νεαρό με το μαχαίρι. Από τα δάχτυλα της δεξιάς παλάμη του, έσταζαν σταγόνες αίμα που στην τρομοκρατημένη Άννα έμοιαζαν με κόκκινα διαμάντια.

“Μην πλησιάζεις θα την κόψω” φώναξε. “Ακούς;”, πρόσθεσε πιο πολύ για να πείσει τον εαυτό του. φωνή του έτρεμε και δεν απέπνεε τίποτα από τον απειλητικό τόνο που ήθελε να της προσδώσει. Ο κυρ Αντρέας δεν αντέδρασε καθόλου, δεν κουνήθηκε, δεν είπε τίποτα μόνο συνέχιζε να τον κοιτάει. Ο νεαρός μην γνωρίζοντας πως να αντιδράσει και τι να κάνει, αποφάσισε να επιτεθεί.

Εστίασε το βλέμμα του στον κυρ Αντρέα, άφησε την Άννα και έκανε ένα βήμα με παρατεταμένο το μαχαίρι, πριν γονατίσει ξαφνικά στην πάχνη. Ο κυρ Αντρέας τον είχε κλωτσήσει ανάμεσα στα πόδια. Όπως ήταν στα γόνατα συνέχισε να προτάσσει το μαχαίρι με τρεμάμενο χέρι ενώ με το άλλο κρατούσε τα αχαμνά του. Μια περίεργη νεκρική σιγή απλώθηκε σε όλο το πάρκο. Ο κυρ Ανδρέας του έπιασε τον καρπό τον έστριψε μέχρι που τα δάκτυλα του δεν μπορούσαν να κρατήσουν το σουγιά. Όταν το μαχαίρι έπεσε στο έδαφος, η Άννα άκουσε ένα κλαδί να σπάει, με τον ήχο να διαπερνάει την σιγή. Ο ήχος δεν προερχόταν όμως από κάποιο δέντρο, αλλά από το τεντωμένο χέρι του νεαρού που συγκρούστηκε με το γόνατο του κυρ Αντρέα.

Ο νεαρός άρχισε να ουρλιάζει ασταμάτητα. Μόνο τότε η Άννα παρατήρησε τον πήχη του που κρεμόταν άψυχα από το ακόμα τεντωμένο μπράτσο του. Ο κυρ Αντρέας απτόητος από τα ουρλιαχτά του νεαρού τον προσπέρασε πλησιάζοντας την Άννα. Έβγαλε το παλτό του, την σκέπασε, την αγκάλιασε και την τράβηξε προς το παγκάκι του.

Από τα ουρλιαχτά οι γείτονες φώναξαν την αστυνομία. Όταν έφτασαν οι αστυνομικοί βρήκαν τον κυρ Αντρέα, ως συνήθως, στο παγκάκι του. Δίπλα του κουλουριασμένη, κάτω από το παλτό του η Άννα, η οποία έκλαιγε με αναφιλητά στο στήθος του. Πίσω από το δέντρο τρεις λιπόθυμοι νεαροί και ένας τέταρτος να βογκάει ξαπλωμένος μέσα σε μια λίμνη από εμετό και ούρα.

Τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα, ο κυρ Αντρέας έγινε ο ήρωας της γειτονίας. Όταν οι τέσσερις τον μήνυσαν για ξυλοδαρμό και σωματικές βλάβες, η Άννα είχε μετακομίσει, αλλά ολόκληρη η γειτονιά βρέθηκε πίσω του. Του προσέλαβαν δικηγόρους, μίλησαν σε δημοσιογράφους και εισαγγελείς. Έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους ώστε ο κυρ Αντρέας να μην δει καν απ’ έξω το δικαστήριο.

Το γεγονός το έγραψαν οι εφημερίδες και το είπαν στις ειδήσεις. Ο κυρ Αντρέας δεν δέχτηκε ποτέ να δώσει συνέντευξη ή να μιλήσει για εκείνη την νύχτα. Την Άννα δεν μπόρεσε ποτέ κανείς να την εντοπίσει.

Κάπως έτσι τα γεγονότα εκείνης της νύχτας γρήγορα ξεχάστηκαν από το κόσμο. Η γειτονιά δεν ξέχασε όμως ποτέ. Η ιστορία του κυρ Αντρέα ακόμα λέγεται και κανείς δεν διστάζει πλέον να διασχίσει το πάρκο νύχτα.


Άδεια Χρήσης:

Creative Commons Licence
Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Όχι Παράγωγα Έργα.
Scriptorius © 2020

* Φωτογραφία από Arcaion.



Άρθρα Βιβλία Ιστορίες Καθαριότητα Μαγειρική Μουσική Οδηγοί Οργάνωση Πρόταση Τα δωμάτια

Newsletter Updates

Enter your email address below to subscribe to our newsletter

Υποβολή απάντησης