Το παγκάκι του κυρ Αντρέα (Μέρος 3ο)

Εικοσιδύο χρόνια μετά το γεγονός, ένα φθινοπωρινό πρωινό, βρίσκουμε τον κυρ Αντρέα να κάθεται στην γνωστή του θέση, στο παγκάκι του κάτω από το δέντρο. (Μέρος 3ο)

Εικοσιδύο χρόνια περάσανε από το γεγονός και ο κυρ Αντρέας είναι ακόμα στο παγκάκι του, κάτω από το δέντρο.

Μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, κρατάει ένα παιδάκι από το χέρι και διασχίζει το πάρκο, πλησιάζει τον κυρ Αντρέα και τον ρωτάει αν μπορεί να κάτσει. “Παρακαλώ” της απαντάει ευγενικά σηκώνοντας στιγμιαία το βλέμμα του από το βιβλίο στα χέρια του. “Δεν με γνωρίσατε κύριε Αντρέα;” τον ρώτησε η γυναίκα, “Σε γνώρισα Άννα” της απάντησε. Η γυναίκα δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί, έπεσε στην αγκαλιά του και άρχισε να κλαίει. “Μαμά, μαμά τι έχεις;” την ρώτησε το παιδάκι, τραβώντας της από το φόρεμα. “Τίποτα αγάπη μου, συγκινήθηκα. Πήγαινε να παίξεις.” του είπε η Άννα σκουπίζοντας τα δάκρυα της.

Όταν το παιδάκι άρχισε να τρέχει στο πάρκο, κυνηγώντας ένα φθινοπωρινό φύλλο, η Άννα κάθισε πίσω πήρε μια βαθιά ανάσα και με το βλέμμα καρφωμένο μπροστά, άρχισε να μιλάει.

“Μετά από εκείνη την νύχτα, μετακομίσαμε και ποτέ δεν μπόρεσα να σας πω ευχαριστώ όπως θα ήθελα. Στις αρχές ήταν ακόμα νωπό το τραύμα και ήθελα να ξεχάσω… Έκανα για χρόνια ψυχοθεραπεία, αλλά μέχρι και τώρα βλέπω εφιάλτες, δυστυχώς…” γυρνάει προς τον κυρ Αντρέα και του πιάνει το χέρι, “…δεν έρχεστε πάντα να με γλιτώνετε… Δεν υπάρχουν λέξεις να σας δείξω την ευγνωμοσύνη μου… Δεν είχα τηλέφωνο, διεύθυνση, ούτε καν το επίθετο σας δεν ήξερα”.

Μετά από μια μεγάλη παύση συνέχισε

“Δεν ξέρω γιατί μου πείρε τόσο καιρό να βρω το θάρρος να έρθω η ίδια. Μόνο και μόνο στην ιδέα να ξαναβρεθώ στον ίδιο χώρο μου παρέλυε τα πόδια…”

Κοίταξε με φόβο πίσω από το δέντρο λες και περίμενε να βρει τους τέσσερις άνδρες από πίσω.

“Δεν χρειάζονται ευχαριστίες” την διέκοψε ο κυρ Αντρέας, “το αντίθετο, εγώ θα έπρεπε να σου ζητήσω συγνώμη, συγνώμη για το φύλο μου, συγνώμη που εκείνη την νύχτα κρύωσα και πήγα να πάρω το καπέλο μου. Αν ήμουν εδώ ίσως να μην συνέβαινε ποτέ και δεν πρέπει να φοβάσαι το χώρο. Αυτός δεν σου έκανε τίποτα, οι άνθρωποι στο έκαναν. Ο χώρος εδώ, αυτό το δέντρο, είναι χώρος αγάπης και όχι μίσους. Πριν από χρόνια όταν είχαν φτιάξει αυτό το πάρκο, εσύ ήσουν αγέννητη, ερχόμασταν εδώ με την γυναίκα μου. Τότε ήμουν στρατιωτικός και έλειπα συχνά από το σπίτι, οπότε ήμουνα όμως εδώ, της άρεσε να ερχόμαστε να καθόμαστε σε αυτό εδώ το παγκάκι, αυτή θα διάβαζε το βιβλίο της και εγώ την εφημερίδα μου. Να σου πω την αλήθεια, εμένα δεν μου πολυάρεσε, ήμουν πολύ νευρικός άνθρωπος για να κάθομαι με τις ώρες ακίνητος και γκρίνιαζα. Τότε δεν υπήρχε καν ένα δέντρο να ρίχνει λίγη σκιά. Ήξερα όμως ότι εκείνη λάτρευε αυτές τις ώρες χαλάρωσης και εγώ λάτρευα εκείνη, οπότε υπέμενα και το λιοπύρι και την ακινησία για χάρη της…”

σταμάτησε να μιλάει σαν να ξέχασε την συνέχεια της ιστορίας, εξέπνευσε δυνατά και συνέχισε.

“Αργότερα διαγνώσθηκε με καρκίνο… Πριν προλάβουμε να καταλάβουμε και οι δύο τι συμβαίνει την έχασα. Χωρίς εκείνη δίπλα μου έγινα άλλος άνθρωπος, βίαιος, ψυχρός, μισούσα τα πάντα, τα έβαζα με το Θεό και τους ανθρώπους που την πήραν από κοντά μου. Γρήγορα αντιλήφθηκα πως ότι καλό είχα ως άνθρωπος, το όφειλα σε εκείνη…

“Μετά από μήνες, το νοσοκομείο μου έστειλε ένα πακέτο με τα πράγματα της, μέσα στον θρήνο μου δεν είχα πάει ποτέ να τα ζητήσω. Στα πράγματα ήταν ένα σημείωμα, που μου έγραφε ότι με αγαπάει και ότι δίπλα στο παγκάκι μας μου έχει αφήσει δυο πράγματα. Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου, ήταν τα γράμματα της, ήταν σαν να μου μιλάει από τον παράδεισο, αμέσως έτρεξα εδώ. Στο παγκάκι μας, πίσω του βρισκόταν ένα μικρό δέντρο, θα ήταν δεν θα ήταν ένα μετρό ύψος και θαμμένο στις ρίζες του, βρήκα ένα μικρό κουτί. Μέσα στο κουτί υπήρχε μια τούφα από τα μαλλιά της, η στρατιωτική μου ταυτότητα που δεν την έβγαζε ποτέ από πάνω της και ένα γράμμα”.

Η Άννα τον άκουγε με ανοιχτό το στόμα, έκπληκτη από την αφήγηση του αλλά και ότι ποτέ κάνεις δεν τον είχε ακούσει να μιλάει τόσο πολύ.

Ο κυρ Αντρέας ξεροκατάπιε και συνέχισε, “Αυτό το γράμμα…” βάζει το χέρι στην εσωτερική τσέπη του σακακιού και βγάζει ένα φύλο χαρτί, κιτρινισμένο από το χρόνο και τριμμένο από την χρήση. Άνοιξε το γράμμα με ευλάβεια και το έδωσε στην Άννα. Με τρεμάμενα χέρια το πήρε με προσοχή και άρχισε να διαβάζει.

Αγάπη μου, βρήκα χρόνο τώρα που λείπεις να έρθω στο παγκάκι μας να σου γράψω αυτό το γράμμα. Ξέρω ότι πιστεύεις ότι θα το ξεπεράσω, αλλά ως συνήθως έχεις άδικο και έχω δίκιο. Το τέλος μου είναι κοντά και όσο και να μην το θέλω, έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα. Μαζί σου ένιωσα συμπυκνωμένη την ευτυχία μιας ολόκληρης ζωής μέσα σε λίγα χρόνια, και για αυτό είμαι ευγνώμων. Είσαι ο φίλος μου, ο αδερφός μου, ο άντρας μου, η αγάπη μου, και το μόνο που μετανιώνω είναι που δεν θα έχω άλλο χρόνο να σου ανταποδίδω ότι μου πρόσφερες τόσο καιρό. Για αυτό αποφάσισα να σου δώσω κάτι να σε βοηθήσει όταν θα φύγω, αυτό το δεντράκι, το φύτεψα μονή μου, δεν ξέρω αν είναι παράνομο αλλά εσύ να τους πεις αν θέλουν ας έρθουν να ζητήσουν τα ρέστα από μένα. Στο φύτεψα να σου κρατάει σκιά οπότε έρχεσαι εδώ να διαβάζεις την εφημερίδα σου, το φύτεψα για να νιώθεις ότι είμαι δίπλα σου όταν κάθεσαι σε αυτό το παγκάκι ακόμη και όταν θα έχω φύγει.
Σε αγαπώ, παντοτινά δικιά σου
Η Άννα σου.

Σε μερικά σημεία η μελάνη είχε τρέξει από δάκρυα που είχαν πέσει στο χαρτί. Η Άννα δεν ήξερε αν ήταν του κυρ Αντρέα, της γυναίκας του ή δικά της. Όταν τελείωσε να το διαβάζει γύρισε να τον κοιτάξει. Ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλο του, ενώ δίπλωνε το γράμμα και το ξαναέβαζε στην θέση του, κοντά στην καρδιά του.

“Την επόμενη ημέρα από το γράμμα, μπήκε στο νοσοκομείο και οχτώ ώρες μετά έφυγε. Από τότε κάθε μέρα έρχομαι εδώ και την συναντώ, όπως τότε. Από τότε ξαναβρήκα τον εαυτό μου, όπως ήμουν όταν ήταν δίπλα μου. Χάρη σε αυτό το δέντρο και την Άννα μου είμαι ακόμα ζωντανός σήμερα και χάρη σε αυτή σώθηκες και εσύ. Για αυτό σου λέω δεν πρέπει να φοβάσαι εδώ, ακόμα και ότι έχετε το ίδιο όνομα για μένα δεν είναι σύμπτωση. Η γυναίκα μου σε προστάτεψε αυτή πρέπει να ευχαριστήσεις. Εγώ παραλίγο να αμαυρώσω την μνήμη της επειδή δεν ήμουνα εδώ να σταματήσω από την αρχή ότι έγινε.”

Η Άννα δεν είχε σταματήσει λεπτό να κλαίει, είχε γεμίσει τόσο πολύ με συναισθήματα που έβγαιναν από τα μάτια της ως δάκρυα. Προσπάθησε να πει κάτι αλλά από τα δάκρυα δεν έβγαινε ήχος. Ο κυρ Αντρέας της έπιασε το χέρι και της είπε.

“Δεν χρειάζεται, καλό μου κορίτσι, να πεις τίποτα, δεν μου οφείλεις τίποτα, στο εαυτό σου οφείλεις να ξεχάσεις εκείνη την νύχτα. Σκούπισε τα μάτια σου να μην σε δει το παιδί σου να κλαις και πήγαινε να ζήσεις την ζωή σου. Είναι μικρή για να την σπαταλάς με ένα γέρο αργόσχολο στο πάρκο.”

Η Άννα δεν είχε το σθένος να πει τίποτα, μόνο χαμογέλασε, σκούπισε τα μάτια της και σηκώθηκε, “Θα ξανάρθω!” του είπε. “Εδώ θα είμαι!” της απάντησε με ένα χαμογελαστό βλέμμα.

Απομακρύνθηκε λίγο γύρισε προς το παιδάκι και φώναξε Αντρέα έλα, φεύγουμε”. Το αγοράκι έτρεξε της έπιασε το χέρι και μαζί περπάτησαν προς την έξοδο.


Άδεια Χρήσης:

Creative Commons Licence
Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Όχι Παράγωγα Έργα.
Scriptorius © 2020

* Φωτογραφία από PhotoMIX.


Άρθρα Βιβλία Ιστορίες Καθαριότητα Μαγειρική Μουσική Οδηγοί Οργάνωση Πρόταση Τα δωμάτια

Newsletter Updates

Enter your email address below to subscribe to our newsletter

Υποβολή απάντησης