1.1 Το σκοτεινό δωμάτιο

Ξυπνάς σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Δεν γνωρίζεις πως ή γιατί βρέθηκες εκεί. Το μόνο που γνωρίζεις είναι ότι θες να βγείς από αυτό το σκοτεινό δωμάτιο. Πως όμως;

Τα χέρια μου νιώθουν την σκληρή γυαλιστερή επιφάνεια προτού καν συνειδητοποιήσω που βρίσκομαι. Το μυαλό μου μπερδεμένο επιμένει ότι είμαι στο κρεβάτι μου, στην ασφάλεια του σπιτιού μου, αλλά για κάποιο λόγο δεν λαμβάνει υπόψη του την αίσθηση της αφής, που του ουρλιάζει ότι αυτό δεν είναι το στρώμα μου, δεν είναι καν το πάτωμα του υπνοδωματίου μου, δεν έχει την υφή ούτε καν την ζεστασιά του παρκέ, αυτό που αισθάνομαι είναι κρύο, αποστειρωμένο.

Η μόνη δικαιολογία ίσως, για αυτή την πεισματώδη άρνηση, είναι το βουητό ανάμεσα στους κροτάφους, που συνεχώς αυξάνεται σαν τρένο που πλησιάζει το σταθμό χωρίς να σταματήσει, αλλά συνεχώς έρχεται και ποτέ δεν σε προσπερνάει.

Προσπαθώ να ανοίξω τα μάτια μου, μόνο αυτά θα με βγάλουν από το χάος στο οποίο βρίσκομαι, μου ξεφεύγει ένα βογκητό, πως γίνεται να πονάς όταν ανοίγεις τα βλέφαρα;

Τι γίνεται, δεν βλέπω τίποτα, τα άνοιξα τελικά; Όλα είναι σκοτεινά! Ω Χριστέ μου τυφλώθηκα;

Ο πανικός απλώνεται σε όλο μου το κορμί, όλοι οι μυς συσφίγγονται ενστικτωδώς, το τρένο στο κεφάλι μου σφυρίζει σε συμπαράσταση. Ανακάθομαι σε αυτή την μυστηριώδη επιφάνεια και προσπαθώ να δω τριγύρω μου, ένα σημάδι, μια ακτίνα φωτός, ένα χρώμα, οτιδήποτε πέρα από μαύρο. Δεν μπορώ να δω καν τα πόδια μου, ξέρω ότι είναι εκεί μόνο και μόνο γιατί πονάνε, παντού πονάω, δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω καν που βρίσκομαι και τι μου συμβαίνει.

Χωρίς να το καταλάβω ουρλιάζω, δεν έχω ακούσει ποτέ αυτόν τον ήχο να βγαίνει από τον στόμα μου, το ουρλιαχτό μου διακόπτεται από μια κρίση βήχα, βήχω τόσο έντονα που διπλώνομαι στα πλάγια, νιώθω ότι πνίγομαι, δεν έχω ανάσα, τα πνευμόνια μου δεν έχουν ίχνος οξυγόνου, αλλά αντί να πάρω εισπνοή συνεχίζω να βήχω, νιώθω ότι πεθαίνω, μήπως πέθανα;

Τι μου συμβαίνει;

Μου φάνηκε ότι πέρασε μια ώρα, ουσιαστικά δεν πρέπει να ήταν ούτε τριάντα δευτερόλεπτα, μέχρι ο βήχας να σταματήσει. Μένω ακίνητη προσπαθώντας να πάρω βαθιές ανάσες ανάμεσα στο λαχάνιασμα. Στα αυτιά μου με ακούω σαν ασθματικό σκυλί που κυνηγούσε αμάξι. Το μυαλό μου δεν μπορεί να βάλει τίποτα σε τάξη, δεν υπάρχει ειρμός, δεν υπάρχει λογική, το σώμα μου είναι στον αυτόματο, μόνο την ανάσα μου ακούω, και την καρδιά μου που χτυπάει σε σύζευξη με το τρένο στο κεφάλι μου.

Όλα τα άλλα κενό, ένα μαύρο κενό…

Σαν μοναχός στο Θιβέτ που επαναλαμβάνει ένα μάντρα, η λέξη ηρέμησε βγαίνει από τα χείλη μου σε ατέρμονη επανάληψη. Με δυσκολία γυρνάω ανάσκελα, προσπαθώ να μην χρησιμοποιήσω κανένα μυ, μόνο ψελλίζω ηρέμησε, μήπως και το μυαλό μου ακούσει και με βοηθήσει.

Συνεχίζω να μην έχω αίσθηση του χρόνου, αλλά το επόμενο που συνειδητά αντιλαμβάνομαι είναι ηρεμία, ακόμα πονάω και το κεφάλι μου βουίζει, ακόμα δεν βλέπω τίποτα πέρα από μαύρο απόλυτο σκοτάδι, αλλά νιώθω ήρεμη.

Κάνω τα πάντα για  να παραμείνω ακίνητη, χωρίς να σκέφτομαι ή να αναρωτιέμαι τι μου συμβαίνει. Φοβάμαι οποιαδήποτε ερώτηση, θα μου προκαλέσει άλλη μια κρίση πανικού – τουλάχιστον αυτό νομίζω ότι ήταν – και δεν το θέλω. Σαν το παιδί που κάηκε με το κερί και μετά φοβάται την ανάσταση, έτσι και εγώ παλεύω να ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο πέρα από την κατάσταση μου. Το παράλογο είναι ότι την ίδια στιγμή το μόνο με το οποίο θέλω να ασχοληθώ είναι η κατάσταση μου.

Βρίσκομαι σε μια περίεργη αγχωτική νιρβάνα. Ξαφνικά αισθάνομαι ότι χρειάζομαι απεγνωσμένα τουαλέτα. Τι νέος εφιάλτης είναι αυτός; Φοβάμαι ότι αν κουνηθώ θα τα κάνω πάνω μου, νιώθω την κύστη μου φουσκωμένη σαν τα μπαλόνια γεμάτο ήλιο στο λούνα-πάρκ, που αιωρούνται σε παιδικά χεράκια, μέχρι που η κορδέλα γλιστράει και ξεκινά η ανεξέλεγκτη ανοδική πορεία με στόχο την στρατόσφαιρα, έτσι δεν θα μπορώ να την ελέγξω αν κουνηθώ.

Πρέπει όμως οπωσδήποτε να πάω, αλλά πού;

Με δυσκολία σηκώνομαι όρθια, δεν μπορώ να ισορροπήσω, τεντώνω τα χέρια μου μπροστά και κάνω ένα βήμα, δεν πιάνω τίποτα, το δεύτερο βήμα μοιάζει άθλος και η κύστη μου το κάνει αδύνατο. Μόλις που προλαβαίνω να κατεβάσω το τζιν και το εσώρουχο, πριν τα ούρα μου χτυπήσουν το πάτωμα. Η μυρωδιά είναι έντονη και αποκρουστική αλλά παραδόξως είναι καλοδεχούμενη. Τόση ώρα η όσφρηση μου κοιμόταν και τώρα υποδέχεται με δίψα ακόμα και μια άσχημη μυρωδιά. Το ίδιο και τα αυτιά μου, προσλαμβάνουν αχόρταγα τον ήχο.

Όσο παράλογο και αν ακούγεται αυτά τα εξωτερικά ερεθίσματα αναζωπυρώνουν τις αισθήσεις μου. Νιώθω ένα χαμόγελο στο πρόσωπο μου ίσως από την ανακούφιση της φυσικής μου ανάγκης, ίσως και από τις αισθήσεις μου, μέχρι που και ένας άλλος σφιγκτήρας χαλαρώνει, και ένα αέριο ξεφεύγει με ένα σφυριχτό ήχο. Με πιάνουν τα γέλια, γελάω με την ψυχή μου, τόσο έντονα που χάνω την ισορροπία μου και πέφτω μπροστά.
Τα γόνατα μου πόνεσαν από την κρούση με την σκληρή επιφάνεια αλλά δεν σταματάω να γελάω και να γελάω, σαν να άκουσα την πιο διασκεδαστική ιστορία του κόσμου. Μου κόβεται η ανάσα και πονάνε τα πλευρά μου από το νευρικό πλέον γέλιο, το πρόσωπο μου ακουμπάει το πάτωμα καθώς τα χέρια μου δεν κρατάνε πλέον το βάρος του κορμού μου.

Το γέλιο εξασθενεί σταδιακά μέχρι που σκέφτομαι την κατάστασή μου. Το τζιν κατεβασμένο, γονατισμένη μπροστά από τα ούρα μου, με τα γυμνά οπίσθια υψωμένα στον αέρα. Η εικόνα με κάνει να γελάω ξανά ξαναρχίζω – μέχρι που το μυαλό μου συνεχίζει την απεικόνιση – σε ένα άγνωστο σκοτεινό χώρο, που δεν ξέρω πως βρέθηκα και τι κάνω.

Το γέλιο κόβεται απότομα.

Ανεβάζω το παντελόνι μου, σφίγγω τις γροθιές μου και το παίρνω απόφαση, “σύνελθε κορίτσι μου” λέω χαμηλόφωνα. Αρχίζω να περπατάω μέσα στο σκοτάδι, τα βήματα μου μετέωρα, τα χέρια τεντωμένα μπροστά. Τοίχος, βρήκα ένα τοίχο, δεν ξέρω γιατί αλλά χαίρομαι σαν παιδί τα Χριστούγεννα. Αγκαλιάζω τον τοίχο με όλο μου το κορμί, έχει την ίδια αίσθηση με το πάτωμα, σαν να είναι φτιαγμένος από το ίδιο υλικό.

Στηρίζω την πλάτη πάνω του και σταδιακά γλιστράω μέχρι που κάθομαι οκλαδόν. Προσπαθώ να θυμηθώ τις οδηγίες από τα βίντεο yoga που έχω δει.

Εισπνοή από την μύτη, εκπνοή από το στόμα.

Εισπνέεις ένα έντονο πορτοκαλί σύννεφο και εκπνέεις άχρωμο αέρα. Χαλαρώνω, και πιέζω το μυαλό μου να σκεφτεί, τι είναι το τελευταίο που θυμάμαι πριν ξυπνήσω εδώ; Θυμάμαι ότι ήμουν στο σπίτι μου και ξάπλωνα στο κρεβάτι, το μυαλό μου είναι ομιχλώδες και οι αναμνήσεις κολλώδεις σαν σιρόπι. Τελευταία φορά που ένιωσα έτσι ήταν όταν είχα κάνει το χειρουργείο. Τότε δεν πονούσα παντού, αλλά όταν ξύπνησα από την νάρκωση ήμουν σε παρόμοια κατάσταση, δεν ήξερα που βρίσκομαι ή τι μου γίνεται. Μήπως κάτι τέτοιο συμβαίνει και τώρα; Μήπως χειρουργήθηκα και δεν έχει περάσει η νάρκωση; Μήπως είμαι σε κώμα; Η τελευταία ερώτηση, αναγεννά τον πανικό. Με κόπο σκέφτομαι μόνο τις αναπνοές.

Θυμάμαι ότι ήμουν στο κρεβάτι μου, έβλεπα τηλεόραση, μέχρι που πρέπει να με πήρε ο ύπνος.

Ως εδώ όλα καλά. Μετά;

Η συνέχεια ένα σκοτεινό κενό σαν τον χώρο που βρίσκομαι, δεν θυμάμαι τίποτα άλλο. Πρέπει να βγω από εδώ μέσα, είτε είναι εφιάλτης, είτε δωμάτιο… Ναι δωμάτιο, είμαι σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, αν ακολουθήσω τον τοίχο θα με οδηγήσει κάπου, σε μια πόρτα, σε μια έξοδο. Όσο αυτονόητο και αν ακούγεται για το θολό μυαλό μου αυτή ήταν μία πεφωτισμένη σκέψη. Με κόπο ξανασηκώνομαι, ο πόνος, αρκεί για να διαγράψει την υποψία  του εφιάλτη, δεν κοιμάμαι, είμαι ξύπνια.

Ακουμπάω το δεξί χέρι στο τοίχο και αρχίζω να περπατάω, το αριστερό χέρι να ψαχουλεύει ερευνητικά το σκοτάδι και το δεξί να μην αφήνει το τοίχο ούτε δευτερόλεπτο, σαν την θεία μου την Ζηνοβία που κρεμιέται ολόκληρη από την χειρολαβή στο αμάξι μου και δεν την αφήνει παρά μόνο όταν σβήσω τον κινητήρα, παρόμοια και εγώ τώρα με αυτό τον λείο κρύο τοίχο.

Νιώθω έναν άλλο τοίχο μπροστά μου, βρήκα μια γωνία, συνεχίζω να προχωράω μέχρι που βρίσκω και άλλη γωνία. Το δεξί μου χέρι δεν έχει νιώσει την παραμικρή αλλαγή στην υφή του τοίχου. Ούτε πόρτα ούτε, παράθυρο ούτε έστω έναν διακόπτη.

Τρίτη γωνία, είμαι σίγουρη ότι βρίσκομαι σε ένα τετράγωνο δωμάτιο, είμαι σίγουρη ότι σε αυτό τον τοίχο θα βρω μια πόρτα, προσεύχομαι να είναι ξεκλείδωτη, μέχρι που νιώθω και την τέταρτη γωνία.

Είμαι έτοιμη να καταρρεύσω από την κούραση και την απογοήτευση. Την απογοήτευση την δικαιολογώ, την κούραση δεν μπορώ να την καταλάβω, δεν είναι τόσο μεγάλο το δωμάτιο για να νιώθω ότι κουραστικά. Όταν ξαναβρίσκω την πρώτη γωνιά όλα σβήνουν και ξαναβρίσκομαι στο πάτωμα, με δάκρυα να κυλούν στα μάγουλα μου.

Κλαίω γοερά από θυμό και απογοήτευση για το άγνωστο. Δεν είναι δυνατόν να βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο χωρίς πόρτα, κάτι άλλο συμβαίνει και είμαι πεπεισμένη να το ανακαλύψω, η άλλη επιλογή είναι να μείνω εδώ. Σκουπίζω τα μάτια μου κάνω μια άσεμνη χειρονομία στο σκοτάδι που με περιβάλλει και σηκώνομαι. Το πείσμα υπερνικάει την κούραση και τους πόνους και αρχίζω να κάνω πάλι το γύρο του σκοτεινού δωματίου.


Άδεια Χρήσης:

Creative Commons Licence
Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Όχι Παράγωγα Έργα.
Scriptorius © 2020



Newsletter Updates

Enter your email address below to subscribe to our newsletter

Υποβολή απάντησης