1.2 Το σκοτεινό δωμάτιο

Η ιστορία συνεχίζεται μέσα στο απόλυτο σκοτάδι στο 2ο κεφάλαιο. Η πρωταγωνίστρια μας ανακαλύπτει στοιχεία για το δωμάτιο και την ψυχική της υγεία.

Τελικά το δωμάτιο δεν είναι τετράγωνο, είναι ορθογώνιο, δεκαπέντε βήματα επί είκοσι. Αν χοντρικά το κάθε μου βήμα είναι εξήντα, εβδομήντα εκατοστά, τότε αυτό σημαίνει ότι είμαι σε ένα χώρο περίπου 120-130 τετραγωνικών. Όσο σίγουρη μπορώ να είμαι για τους υπολογισμούς μου στο σκοτάδι.

Όχι, ότι έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία στην κατάσταση που βρίσκομαι. Όμως το να ξέρω τις διαστάσεις, μου πρόσφερε ένα ανεξήγητο και αβάσιμο αίσθημα ασφάλειας. Συν ότι απασχολούσα το μυαλό μου με τους υπολογισμούς και δεν ήταν ελεύθερο να περιδιαβαίνει άγνωστα και επικίνδυνα σενάρια.

Η άσχημη πλευρά του νομίσματος ήταν ότι επιβεβαιώθηκα ότι δεν υπάρχει κανένα άνοιγμα ή η παραμικρή ατέλεια στους τοίχους. Γεγονός που επιβεβαίωσε τους φόβους μου, ή η είσοδος είναι ψηλά ή το δωμάτιο χτίστηκε γύρω μου.

Η τελευταία σκέψη ήταν τόσο αγχωτική και ουτοπική που βιάστηκα να την απορρίψω. Αυτή η χαζή σκέψη με απέσυρε από τα βάθη του μυαλού μου, που είχα βρει καταφύγιο, και με επανέφερε στον πραγματικό κόσμο. Κουλουριασμένη στην δεύτερη γωνιά, στον τοίχο των δεκαπέντε βημάτων.

Ευτυχώς που έγινε, γιατί αμέσως συνειδητοποιώ μια αλλαγή. Το ήσυχο δωμάτιο δεν είναι τόσο ήσυχο πλέον, ακούγεται ένα ανεπαίσθητο σφύριγμα. Ένας απαλός θόρυβος, σαν αέρας που διαφεύγει από μπαλόνι. Πετάγομαι αμέσως όρθια, όσο και αν παραπονιέται το κορμί μου, βιάζομαι να εντοπίσω την πηγή του θορύβου, νομίζω ότι έρχεται από το κέντρο του δωματίου. Αρχίζω να περπατάω προς τα εκεί, με κάθε βήμα αντιλαμβάνομαι ότι ο ήχος δυναμώνει. Τα πόδια μου όμως βαραίνουν όσο πλησιάζω τον ήχο, “Τι κάνει έτσι; Από το ταβάνι ακούγεται;” οι τελευταίες μου σκέψεις πριν καταλάβω ότι πέφτω.

Νόμιζα ότι έπεφτα για ώρα αλλά όταν άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν απλά στο σκοτεινό δωμάτιο, ξαπλωμένη στο πάτωμα, ο ήχος είχε σταματήσει. “Τι ήταν πάλι αυτό;” καινούργιες απορίες κατακλύζουν το μυαλό μου. Προσπαθώ να σηκωθώ και το χέρι μου ακουμπάει κάτι, ενστικτωδώς τραβιέμαι προς τα πίσω. Η αίσθηση φυγής ή πάλης με κατακλύζει, γεμίζω με αδρεναλίνη και φόβο. Διστακτικά ερευνώ το σκοτάδι μπροστά μου, μέχρι που ξανασυναντώ το αντικείμενο. Αρχίζω να το ψαχουλεύω, μοιάζει με πλαστικό μπουκάλι, βρίσκω το πώμα και το ανοίγω, δεν ήταν σφραγισμένο. Όταν πλησιάζω την μύτη μου νοιώθω μια περίεργη μυρωδιά, δεν είναι νερό, ασυναίσθητα ο εγκέφαλος μου ανατρέχει στις οσφρητικές μου αναμνήσεις και επιλέγει μια, μυρίζει σαν αναβράζουσες βιταμίνες και κάτι χημικό. Πίνω διστακτικά μια γουλιά, το άγνωστο υγρό κυλάει στο οισοφάγο μου και συνειδητοποιώ ότι διψάω, πίνω λαίμαργα χωρίς ανάσα.

Πως βρέθηκε εδώ αυτό το μπουκάλι; Είμαι σίγουρη, η σχεδόν σίγουρη ότι δεν υπήρχε πριν. Θα το είχα βρει, θα το είχα κλωτσήσει, Θα πρέπει να πας πάλι τουαλέτα μου φωνάζει το μυαλό μου διακόπτοντας τον συλλογισμό μου και σταματάω απότομα να πίνω.

Κάποιος ήταν εδώ, η μόνη εξήγηση, η μόνη ελπίδα. Από που μπήκε; Γιατί δεν τον άκουσα; Τότε θυμάμαι το περίεργο ήχο, “Με νάρκωσαν;”, “Σε νάρκωσαν!”. Η διαπίστωση με κατακλύζει με περισσότερο άγχος, φαντάζομαι τον εαυτό μου ανήμπορο λιπόθυμο στο πάτωμα και μια άγνωστη σκιά από πάνω μου. Ένα ρίγος διαπερνά όλο μου το κορμί, παίρνω το μπουκάλι αγκαλιά και με όση σιγουριά μπορώ να κινηθώ στο σκοτεινό δωμάτιο πάω σε μια γωνιά και κουλουριάζομαι πάλι.

“Γιατί να συμβαίνει αυτό σε μένα;”

Αρχικά είχα σκεφτεί να αρχίζω να ζητάω βοήθεια, αλλά είμαι σίγουρη ότι είναι ανώφελο. Το ότι βρίσκομαι εδώ δεν είναι ατύχημα, δεν είναι τυχαίο. Μπορεί να μην ξέρω τους λόγους ή το σκοπό, αλλά ξέρω ότι κάποιος με θέλει εδώ και με θέλει ζωντανή. Το μπουκάλι είναι αρκετή απόδειξη! Το μυαλό μου αναλώνεται με σενάρια εκδίκησης, τι θα έκανα με το μπουκάλι αν κατάφερνα να πιάσω στα χέρια τον υπεύθυνο για την κατάσταση μου.

Περίεργο, η φαντασία μου επιμένει ότι είναι άντρας αλλά δεν έχει καμιά απόδειξη ή υποψία για να το υποστηρίξει. Αντιθέτως δεν με έχουν πειράξει, απλώς με έχουν πετάξει στα σκοτάδια να βασανίζομαι. Το μαρτύριο μου είναι περισσότερο ψυχολογικής φύσης απ’ ότι σωματικής. Κάτι τέτοιο θα περίμενα να το σκεφτεί το αρρωστημένο μυαλό μιας γυναίκας. Οι άντρες είναι πιο ευθύς στην κακία, πιο σωματικοί.

Σφίγγω τις γροθιές μου και μου ψιθυρίζω έντονα, “Σταμάτα… άντρας, γυναίκα, δεν έχει σημασία. Αναλώνεσαι με άσχετα πράγματα αντί να σκεφτείς την ουσία”. Η ουσία, είναι να καταφέρουμε να βγούμε από εδώ μέσα και τίποτα άλλο, όλα τ άλλα είναι ανούσια.

Δεν ξέρω αν έχω αρχίσει να τα χάνω αλλά μόλις αντιλήφθηκα ότι έχω αρχίσει να συνομιλώ με τον εαυτό μου σαν να μιλάω σε κάποιο τρίτο άτομο. Θα μπορούσα να το ερμηνεύσω ως τα πρώτα στάδια σχιζοειδούς προσωπικότητας.

– “Πάλι το κάνεις σταμάτα!”
“Εντάξει σταματάω. Πες μου τι γνωρίζεις.”
– “Ξέρω ότι με απήγαγαν”
“Όχι δεν το ξέρεις, το υποθέτεις. Ξέρεις ότι κοιμήθηκες και ξύπνησες εδώ.”
– “Σωστά!”
“Ξέρεις ότι ξύπνησες και πόναγες παντού.”
– “Ναι.”
“Είμαι αρκετά σίγουρη ότι σε νάρκωσαν.”
– “Μετά από το μπουκάλι που εμφανίστηκε δια μαγείας είμαι και εγώ απόλυτα σίγουρη.”
“Μην βιάζεσαι, ξέρω ότι έπρεπε επειγόντως να πας τουαλέτα, άρα ή ήσουν ναρκωμένη για ώρες ή είναι απλά παρενέργεια της νάρκωσης.”
– “Επίσης ξέρω ότι δεν μου έκαναν κακό.”
“Ναι δεν σε κακοποίησαν σωματικά, είσαι όμως σίγουρη για αυτό;”
– “Σταμάτα, δεν έχω χρόνο για τέτοιες υποθέσεις… Ο πόνος πρέπει να οφείλεται και αυτός στην νάρκωση και στην ακινησία.”
“Ναι, ναι μπράβο”
– “Άρα ήμουν ναρκωμένη και ακινητοποιημένη για ώρες, υποθετικά ίσως και μέρες.”
“Επίσης ανακαλύψαμε ότι το δωμάτιο δεν έχει πόρτες ή παράθυρα.”
– “Τουλάχιστον όχι, με την κλασσική έννοια.”
“Για να βρίσκεσαι εδώ όμως και κάποιος να σου έφερε ένα μπουκάλι σημαίνει ότι υπάρχει έξοδος αλλά δεν την βρήκαμε.”
– “Μάλλον είναι εκεί που ακούστηκε τον ήχο.”
“Ή απλώς εκεί είναι κάποιος εξαερισμός.”

Σταματώ αμέσως τον διάλογο, αφήνω το μπουκάλι κάτω και κινούμαι πάλι προς το κέντρο του δωματίου. Καρφώνω το βλέμμα στο ταβάνι, προσπαθώ να το διακρίνω μέσα στο σκοτάδι, χωρίς φυσικά καμιά επιτυχία. Αρχίζω να πηδάω όσο πιο ψηλά μπορώ και τεντώνω το χέρι μου, το μόνο που πιάνω είναι όμως το κενό. Στην τρίτη αποτυχημένη προσπάθεια, γλιστράω στην προσγείωση, και πέφτω στο πάτωμα.

“Πες μου ότι δεν έπεσες στα ούρα σου…”

Πετάγομαι όρθια με αηδία και πιάνω τα γόνατα μου, στεγνά ευτυχώς.

– “Δεν τα μυρίζω πια…”

Πέφτω στα γόνατα και αρχίζω να οσμίζομαι το πάτωμα σαν λαγωνικό που ψάχνει το θήραμα. Μπουσουλάω δεξιά, αριστερά, αλλά τίποτα, το πάτωμα δεν μυρίζει, ούτε είναι υγρό.

“Φτάνει, σταμάτα, είναι αηδιαστικό”
– “Περίμενε, περίμενε εδώ μυρίζει κάτι, αχνά μεν, αλλά μυρίζει. Τι είναι; Βοήθησε με!”
“Χμμ.. κάτι χημικό, σαν απολυμαντικό, ίσως απορρυπαντικό.”

Σηκώνομαι όρθια, προχωρώ τέσσερα βήματα και βρίσκω τον τοίχο, δεν κρατιέμαι, χαμογελάω. Το μπουκάλι δεν το πέταξαν μέσα, κάποιος μπήκε το άφησε και καθάρισε και τα ούρα.

– “Άρα με παρακολουθούν!”
“Πολλά αυθαίρετα συμπεράσματα.”
– “Όπως και να έχει κάποιος μπαινοβγαίνει, έτσι θα φύγω.”
“Ξεχνάς το αέριο.”
– “Δεν το ξέχασα θα κρατήσω την ανάσα μου.”
“Δεν γίνεται αυτό”
– “ΕΧΕΙΣ ΚΑΜΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΙΔΕΑ; Όχι, αν έχεις είμαι όλη αυτιά αλλιώς ΣΚΑΣΕ!” 

Μόλις συνειδητοποίησα ότι φώναζα στο είδωλο μου. Το έβλεπα, παρόλο το σκοτάδι, πεντακάθαρα απέναντι μου. Πιο ζωντανά από ότι σε καθρέφτη, μέχρι και την ανάσα του μπορούσα να μυρίσω.

Παραισθήσεις… Πρέπει οπωσδήποτε να βγω από εδώ μέσα.

Τις επόμενες ώρες, αν υπήρχε ποτέ η έννοια του χρόνου, γιατί μέσα στο σκοτάδι  ο χρόνος απουσιάζει όπως το φως, έκανα δοκιμές στο να κρατάω την ανάσα μου. Έπαιρνα βαθιά εισπνοή και μετρούσα μέσα μου,
“Ένα δευτερόλεπτο”,
“Δυο δευτερόλεπτα”,
“Τρία δευτερόλεπτα”.

Το καλύτερο αποτέλεσμα μου ήταν εκατοντριανταοκτώ δευτερόλεπτα. Δεν ξέρω αν είναι αρκετά, όμως αναζωπύρωσαν την ελπίδα μέσα μου. Εξαντλημένη από την προσπάθεια, το φόβο και το άγχος ένιωσα τα μάτια μου να κλείνουν.

Μέσα από τα κλειστά βλέφαρα νοιώθω ένα περίεργο πράσινο φως να με περιλούζει, κοιτάω προς τα πάνω και αντικρύζω μια φωσφορίζουσα μορφή να στέκεται δίπλα μου στο σκοτάδι. Πετάχτηκα και προσπάθησα να απομακρυνθώ, η μορφή κούνησε το χέρι της και μια αόρατη δύναμη με κόλλησε στο τοίχο. Ένιωσα κάτι να σφίγγει το λαιμό μου, να μην μπορώ να ανασάνω. Η μορφή στάθηκε απέναντι μου, φορούσε μια ολόσωμη μαύρη φόρμα και μια περίεργη μάσκα. Σαν μια περίεργη διασταύρωση μάσκας του χόκεϊ,  από αυτές που φοράνε οι δολοφόνοι στις ταινίες και τις αντιασφυξιογόνες μάσκες που έχουν οι στρατιώτες. Έπιανα μανιωδώς το λαιμό μου να διώξω τα αόρατα χέρια που δεν με αφήναν να ανασάνω, αλλά όσο κουνιόμουν τόσο με έσφιγγαν. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια τραβάω την μάσκα της μορφής, από κάτω βρίσκεται ένα γνώριμο πρόσωπο, είναι το δικό μου, ΕΓΩ ΜΕ ΠΝΙΓΩ!

Η μορφή χωρίς την μάσκα δεν μπορεί να ανασάνει, όσο αυτή χάνει την ανάσα, την βρίσκω εγώ. Τα μάτια της, ή μήπως τα μάτια μου, αρχίζουν να φουσκώνουν και να πρήζονται τα μάγουλα της ρουφιούνται γύρω από το ορθάνοιχτο στόμα, που ανοιγοκλείνει σαν το ψάρι στο πάτο της βάρκα. Η μορφή με το πρόσωπο μου σωριάζεται κάτω και μαζί της πέφτω και εγώ. Η δική μου πτώση όμως δεν σταματάει στο πάτωμα, συνεχίζει στο ατελείωτο σκοτάδι. Ουρλιάζω, τα χέρια μου προσπαθούν να πιαστούν από κάπου.

Χτυπάω με δύναμη το πάτωμα και ξυπνάω, εφιάλτης ήταν. Η ανάσα μου είναι σπασμωδική και η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. Ψαχουλεύω στο σκοτάδι να βρω το μπουκάλι και πίνω μερικές γουλιές, ανάμεσα στις εισπνοές. Ξαπλώνω πίσω και προσπαθώ να ηρεμήσω. Δεν μου έφταναν όλα, τώρα ούτε στον ύπνο μου δεν μπορώ να βρω ηρεμία, κοιμάμαι  μέσα σε ένα εφιάλτη και ξυπνάω από έναν διαφορετικό για να βρεθώ πάλι μέσα στον πρώτο.

“Τουλάχιστον ο δικός μου τελειώνει όταν ξυπνάς!”

Προσποιήθηκα ότι δεν με άκουσα, έκλεισα τα μάτια, έσβησα το μυαλό μου και ξεκίνησα πάλι.

Ένα δευτερόλεπτο“,
Δυο δευτερόλεπτα“,
Τρία δευτερόλεπτα…


Άδεια Χρήσης:

Creative Commons Licence
Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Όχι Παράγωγα Έργα.
Scriptorius © 2020



Newsletter Updates

Enter your email address below to subscribe to our newsletter

Υποβολή απάντησης